Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

«Sentinel: το νησί του Ινδικού Ωκεανού που όποιος ξένος τολμήσει να το πλησιάσει, δολοφονείται από τους ιθαγενείς.»

«Sentinel, το νησί του Ινδικού Ωκεανού που δεν έχει τολμήσει να προσεγγίσει κανένας ξένος αφού οι ντόπιοι έχουν αποφασίσει ότι δεν επιθυμούν να έρθουν σε επαφή με κανένα. Όποιος το πλησιάζει δολοφονείται από τους ιθαγενείς.»


Χωρίς καμία αμφιβολία, το όμορφο εξωτικό νησί του Βορείου Σεντινέλ είναι κατοικημένο από την πιο εχθρική φυλή στον κόσμο, η οποία ζει απομονωμένη εδώ και 60.000 χρόνια, δίχως να επιθυμεί να έρθει σε επαφή με τον έξω κόσμο. Δεν υπάρχουν πολλές μαρτυρίες επαφής των ξένων με τους ντόπιους, αφού πολύ απλά ελάχιστοι είναι αυτοί που πλησίασαν το νησί και γύρισαν ζωντανοί να αναφέρουν τι αντίκρισαν.

Σύμφωνα με πληροφορίες της Ινδικής κυβέρνησης, η φυλή που κατοικεί στο νησί αποτελείται από δεκάδες ή εκατοντάδες κυνηγούς ή τροφοσυλλέκτες, οι οποίοι ζουν όπως ακριβώς ζούσαν και οι πρόγονοί τους χιλιάδες χρόνια πριν. Δεν επιθυμούν να έχουν σχέσεις με κανέναν είτε αυτός είναι ψαράς, είτε έμπορος είτε αξιωματούχος. Η επίμονη τακτική των ανθρώπων αυτών έχει κάνει την Ινδία, η χώρα στην οποία θεωρητικά ανήκει το νησί, να αποκλείσει τη συγκεκριμένη περιοχή και να απαγορεύσει την προσέγγιση πλεούμενων σε απόσταση μικρότερη των τριών μιλίων. Το ασιατικό κράτος πήρε την απόφαση αυτή αφού κάθε καταγεγραμμένη επαφή των ιθαγενών με ξένους είχε ολέθρια αποτελέσματα με αποκορύφωμα το φόνο δύο ψαράδων το 2006. Τους έχει αφήσει να ζήσουν όπως εκείνοι επιθυμούν και απλά παρατηρούν από ασφαλή απόσταση και διακριτικά τα τεκταινόμενα.




Οι πρώτες προσπάθειες προσέγγισης.

Η πρώτη καταγεγραμμένη επαφή των κατοίκων με ξένους ήταν με τους Βρετανούς άποικους το μακρινό 1867, οπότε ένας αξιωματούχος της Βρετανίας  ονόματι Jeremiah  Homfray ταξίδεψε στο νησί αναζητώντας κάποιους εγκληματίες που είχαν ξεφύγει από το κοντινό Port Blair. Όπως ανέφερε αργότερα στην αστυνομία, είδε 10 άνδρες γυμνούς με βέλη και τόξα να ψαρεύουν. Όταν το πλοίο του Homfray έγινε αντιληπτό δέχθηκε επίθεση και αποφάσισε να μην πλησιάσει κι άλλο.

Το καλοκαίρι του ίδιου έτους ένα ινδικό εμπορικό πλοίο, η «Νινευή», προσάραξε σε κάποιο ύφαλο του νησιού. 86 επιβάτες και 20 επιπλέον άτομα πλήρωμα κατέβηκαν με ασφάλεια στο νησί. Την τρίτη μέρα όμως δέχθηκαν κι αυτοί επίθεση. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο καπετάνιος που τους είδε να επιτίθενται από μακριά με τα βέλη «Ήταν ολόγυμνοι, έβγαζαν κραυγές και η άκρη κάθε βέλους ήταν φτιαγμένη από σίδηρο». Ο ίδιος σώθηκε φεύγοντας με μια λέμβο του πλοίου και οι επιζήσαντες της προσάραξης, αλλά και της επίθεσης διεσώθησαν μερικές μέρες αργότερα όταν το Βασιλικό Ναυτικό έστειλε βοήθεια.

Έπειτα από 13 χρόνια, το 1880 μια εξερευνητική αποστολή με αρχηγό τον εικοσάχρονο Maurice Portman κατάφερε να φτάσει και να μείνει στην ακτή του νησιού αρχίζοντας να ψάχνει τρόπους να προσεγγίσει τους ιθαγενείς. Αυτή είναι και η πιο επιτυχημένη προσπάθεια επαφής με τους κατοίκους του νησιού. Ο Πόρτμαν πραγματικά τα κατάφερε και βρήκε μια οικογένεια. Κατέγραψε τη διατροφή τους και μερικές από τις συνήθειές τους παρομοιάζοντάς τες με αυτές των Αβοριγίνων της Αυστραλίας. Ύστερα τους πήρε μαζί του στην Ινδία, στο Port Blair. Οι γονείς πέθαναν μάλλον από κάποια αρρώστια καθώς δεν είχαν ξαναέρθει σε επαφή με άλλα άτομα και συνεπώς με άλλες ασθένειες για να αναπτύξουν αντισώματα. Τα 4 παιδιά όμως έζησαν και γύρισαν με πολλά δώρα στο νησί. Ο Πόρτμαν έπειτα από την έκρηξη του κοντινού ηφαιστείου Κρακατόα επισκέφτηκε το νησί άλλες δυο φορές θέλοντας να είναι σίγουρος ότι οι κάτοικοι δεν αφανίστηκαν από κάποιο τσουνάμι. Αφού δεν βρήκε κανένα, υπέθεσε ότι οι ντόπιοι θα έχουν αποσυρθεί στην ενδοχώρα του νησιού, τους άφησε δώρα και τρόφιμα στην παραλία έφυγε και δεν ξαναγύρισε ποτέ.



Οι επαφές τον 20ο αιώνα.

Εφόσον οι Βρετανοί δεν κατάφεραν τίποτα σπουδαίο ήταν η σειρά των Ινδών να προσπαθήσουν στέλνοντας το Μάρτη του 1967 μια αποστολή με επικεφαλή τον ανθρωπολόγο Triloknath Pandit που θα προσπαθούσε να κάνει μια μεγάλη εξερεύνηση στο νησί. O Πάντιτ, εκτός από δώρα, θα είχε και συνοδεία αστυνομίας καθώς και αξιωματικούς του Ινδικού πολεμικού ναυτικού οπλισμένους με υπερσύγχρονα όπλα και φλογοβόλα. Κατά τη διάρκεια της αποστολής οι κάτοικοι αποσύρθηκαν στην ενδοχώρα και δεν υπήρξε καμία επαφή. Έφυγαν μερικές μέρες αργότερα αφήνοντας δώρα, καπέλα, ρούχα, λουλούδια, γλυκά καθώς και μερικά τόξα.

Τα επόμενα χρόνια υπήρξαν επιθέσεις των Σεντινελέζων προς δυο εμπορικά πλοία τα οποία προσάραξαν στο νησί το 1977 και το 1981. Οι αποστολές της Ινδίας για την αναζήτηση επιζώντων έπεσαν στο κενό αφού βρήκαν μόνο τα γυμνά σκαριά των πλοίων. Φαίνεται πως οι ναυτικοί ήρθαν αντιμέτωποι με τους ντόπιους και οι συνέπειες ήταν ολέθριες για αυτούς.

Το 1980 έγινε μια ακόμη προσπάθεια και πάλι από μια ομάδα ανθρωπολόγων που ήθελε να επικοινωνήσει μαζί τους. Πήρε λοιπόν μερικούς κατοίκους από τα γύρω νησιά και φυσικά μερικούς ένοπλους φρουρούς και έφτασε στο νησί. Οι προσπάθειες όμως δεν απέφεραν και πάλι καρπούς αφού κανείς δε μπορούσε να καταλάβει την ντοπιολαλιά τους. Η επικοινωνία τους ήταν σύντομη και έλαβε χώρα κάτω από εχθρικό κλίμα.


Αυτή θα ήταν και η τελευταία επίσημη προσπάθεια κάποιων ξένων να έρθουν σε επαφή με αυτούς τους ανθρώπους. Ξέρουμε επίσης ότι οι Σεντινελέζοι κατάφεραν να επιβιώσουν από το φονικό τσουνάμι του 2004 που έπληξε και το νησί τους. Γνωρίζουμε ότι είναι ζωντανοί καθώς όταν ένα ελικόπτερο που τους μετέφερε προμήθειες δέχτηκε βροχή από βέλη κατά τη διάρκεια της προσγείωσής του στο νησί.

Ένα πράγμα λοιπόν είναι κατανοητό. Ένας πληθυσμός που ζει απομονωμένος από την λίθινη εποχή, έχει καταφέρει να μείνει ζωντανός από μεγάλες φυσικές καταστροφές και να παραμείνει αυτάρκης χωρίς να μας έχει ιδιαίτερη ανάγκη. Κανείς δε μπορεί να κατηγορήσει τους Σεντινελέζους που έχουν αποφασίσει πως μπορούν κι από μόνοι τους, χωρίς τη βοήθειά μας, και αυτό η Ινδία, της οποίας θεωρητικά αποτελεί κομμάτι το έχει σεβαστεί απόλυτα.


Στο παρακάτω λινκ θα βρείτε ένα βίντεο που αφορά αυτούς τους ανθρώπους με μερικές πτυχές της ζωής τους.


Αντώνης Καρατζής

Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

Aurora Mardiganian: η επιζήσασα από τη γενοκτονία των Αρμενίων!

Aurora Mardiganian, η επιζήσασα από τη γενοκτονία των Αρμενίων, της οποίας η ζωή κατεγράφη σε βιβλίο και έγινε και ταινία με πρωταγωνίστρια και παραγωγό την ίδια. Η ταινία της έφερε στο φως άγνωστες πτυχές των γεγονότων του 1915 στην Οθωμανική αυτοκρατορία και φανέρωσε το μέγεθος της καταστροφής ενός ολόκληρου λαού.


Το κοριτσάκι της παραπάνω φωτογραφίας ονομάζεται Ορόρα Μαρντιγκανιάν και ήταν η αυτόπτης μάρτυρας που διηγήθηκε όσα έζησε όταν συνελήφθη από τους Τούρκους.

Η Ορόρα γεννήθηκε το 1901 στο Τσεμισγκεζέκ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κοντά στην πόλη του Χαρπούτ, και καταγόταν από εύπορη οικογένεια αρμενικής καταγωγής. Κατά τη διάρκεια των εκκαθαρίσεων που άρχισαν στις 24 Απριλίου του 1915 η οικογένειά της σκοτώθηκε και η ίδια αφού εξαναγκάστηκε από τους Οθωμανούς να περπατήσει ξυπόλυτη σε μια πεζοπορία 1.400 μιλίων μέσα στην έρημο, πουλήθηκε ως σκλάβα στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολίας.


Η Ορόρα όμως κατάφερε και απέδρασε. Διέφυγε στην Τιφλίδα της Γεωργίας, όπου έμεινε στο σπίτι ενός Αρμένιου μετανάστη. Από εκεί πέρασε στη Ρωσία και έφτασε μέχρι το Πέτρογκραντ, τη σημερινή Αγία Πετρούπολη και έπειτα στη Νορβηγία και στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όταν έφτασε στη Νέα Υόρκη, την προσέγγισε ένας νεαρός σεναριογράφος που τη βοήθησε να γράψει το βιβλίο με τη βιογραφία της «Ravished Armenia», αλλά και να γυρίσει τα γεγονότα της αρμενικής γενοκτονίας σε ταινία, η οποία δημιουργήθηκε το 1919 με πρωταγωνίστρια την ίδια. Στην ταινία απεικονίζονται σοκαριστικές σκηνές με τη θανάτωση πολλών κοριτσιών, τα οποία βιάστηκαν και σταυρώθηκαν από τους Τούρκους. Λέγεται ότι όσο και να προσπάθησαν σκηνοθέτες, πρωταγωνιστές και σεναριογράφοι να αποδώσουν τις τρομερές εικόνες των σφαγών, η πραγματικότητα ξεπερνούσε κάθε φαντασία. Τα «φτωχά» κινηματογραφικά μέσα της εποχής δεν μπορούσαν να αποτυπώσουν 100% τις περιγραφές της Ορόρα στη μεγάλη οθόνη. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή των δεκάξι σταυρωμένων κοριτσιών που φαίνεται στην παρακάτω φωτογραφία.


Η Ορόρα παντρεύτηκε και πέρασε την υπόλοιπη ζωή της στο Λος Άντζελες, όπου εκτός των άλλων συμμετείχε σε άπειρες ομιλίες περί της γενοκτονίας για να μπορέσει η κοινή γνώμη να σχηματίσει άποψη.

Πέθανε στις 6 Φεβρουαρίου 1994 σε ηλικία 93 ετών.


Βραβεία Ορόρα.

Προς τιμήν της καθιερώθηκαν τα βραβεία Ορόρα το 2015 από τους επιζώντες της γενοκτονίας, που δίνονται κάθε 24 Απριλίου, ημέρα ανάμνησης των γεγονότων στο Γιερεβάν της Αρμενίας, σε ανθρώπους που οι πράξεις τους έχουν ως αποτέλεσμα τη σωτηρία της ανθρώπινης ζωής και αποτελούν παραδείγματα για όλους μας.


Αντώνης Καρατζής

Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

Asa Jennings: ο πάστορας που έσωσε 300.000 Έλληνες στην καταστροφή της Σμύρνης το 1922!

«Asa Jennings, ο αφανής Αμερικανός πάστορας που έσωσε 300.000 Έλληνες στην καταστροφή της Σμύρνης το 1922 και του απονεμήθηκε το μετάλλιο Στρατιωτικής Αξίας, το υψηλότερο στρατιωτικό παράσημο».



Η πόλη καίγεται.

13 Σεπτεμβρίου 1922. Ο πόλεμος Ελλάδας-Τουρκίας έχει τελειώσει. Ο εξουθενωμένος ελληνικός στρατός έχει ήδη εγκαταλείψει την πόλη της Σμύρνης και οι Τούρκοι έχουν μπει στην πόλη και αρχίζουν τις λεηλασίες και τα πογκρόμ. Η αρμένικη συνοικία καίγεται, οι χριστιανικές εκκλησίες καταστρέφονται ολοσχερώς, ενώ ο χριστιανικός πληθυσμός έχει στοιβαχτεί στην προκυμαία, προσπαθώντας να αποφύγει την πύρινη λαίλαπα, περικυκλωμένος από το τουρκικό πεζικό. Πολλοί από αυτούς πεθαίνουν από τη δίψα ενώ άλλοι αυτοκτονούν πέφτοντας στη θάλασσα.

Από τις προκυμαίες αρχικά έφευγαν βάρκες γεμάτες Έλληνες και Αρμένιους κατευθυνόμενες προς τα ξένα πλοία, όμως οι ξένοι καπετάνιοι και τα πληρώματα είχαν διαταγές να υποδέχονται μόνο τους συμπατριώτες τους και όχι ντόπιους για να μην προκαλέσουν και τεταθεί κι άλλο το κλίμα με τους Τούρκους.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα βρετανικά πλοία που όταν έβλεπαν τις βάρκες να πλησιάζουν είτε έκοβαν τα σχοινιά που πετούσαν οι ντόπιοι για να ανέβουν στο πλοίο είτε τους έλουζαν με καυτό νερό για να μην μπορέσουν να επιβιβαστούν. Οι Γάλλοι δέχονταν μόνο όσους μπορούσαν να μιλήσουν γαλλικά έστω και με κακή προφορά. Μονάχα οι Ιταλοί καπετάνιοι δέχτηκαν να καθίσουν παραπάνω στην πόλη και να σώσουν όσους πιο πολλούς μπορούσαν. Οι Αμερικάνοι μη μπορώντας να ακούν τις κραυγές από τη σφαγή έπαιζαν μπάντες πάνω στα πλοία και δέχονταν μόνο τον αμερικανικό πληθυσμό.

Μέσα από τους καπνούς και τα ουρλιαχτά των βιαιοπραγιών θα αναδειχτεί η μορφή του πάστορα Έιζα Τζένινγκς που έχει αποφασίσει να μην εγκαταλείψει τους συνανθρώπους του κάνοντας ότι περνάει από το χέρι του για να σώσει όσους περισσότερους μπορεί. Βρισκόμενος μόνο ένα μήνα στην πόλη, φθάνοντας με την οικογένειά του για να υπηρετήσει στην τοπική Αδελφότητα Νέων της πόλης (ΥMCA), ο Έιζα μέσα στις επόμενες επτά ημέρες θα έγραφε τη δική του ιστορία στη Σμύρνη.

Δεν ήταν από τους ανθρώπους που θα σταύρωναν τα χέρια αποδεχόμενοι ότι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα. Όταν ο ελληνικός στρατός εγκατέλειψε τη Σμύρνη, είχε ήδη οργανώσει Επιτροπή Σωτηρίας των Χριστιανών και παρείχε ανθρωπιστική βοήθεια με δικά του έξοδα. Μετά την πυρκαγιά πήγε στο τουρκικό στρατόπεδο να συναντήσει τον Κεμάλ.



Η δράση του Έιζα και η διάσωση 300.000 ανθρώπων.

Ύστερα από ώρες συνομιλιών, διαβουλεύσεων και δωρωδοκιών οι Τούρκοι δέχτηκαν να δώσουν στον πάστορα επτά ημέρες για να φυγαδεύσει από την πόλη τον κόσμο εκτός από τους άνδρες 17-45 ετών του οποίους περίμεναν στα στρατόπεδα εργασίας προκειμένου να διορθώσουν τις ζημιές που προκλήθηκαν από την ελληνική εκστρατεία.

Αρχικά μετέτρεψε πολλά κτίρια που είχαν εγκαταληφθεί από εύπορες οικογένειες σε κέντρα περίθαλψης εγκύων ή βιασμένων γυναικών και στέγασης πολλών ορφανών που έχασαν τους γονείς τους κατά τη διάρκεια της λεηλασίας. Ύστερα ζήτησε και πήρε μια βάρκα από το ναυτικό των Η.Π.Α και κατέφυγε στο γαλλικό εμπορικό πλοίο Pierre Loti το οποίο θα μπορούσε να χωρέσει πολύ μεγάλο πληθυσμό μεταφέροντας τον στα κοντινότερα νησιά και στα λιμάνια του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης. Μακρύτερα στο λιμάνι ήρθε σε συνεννόηση με τον Ιταλό καπετάνιο του πλοίο «Κωνσταντινούπολη» και αφού τον δωροδόκησε κατάφερε να επιβιβάσει 2.000 άτομα.


Προς έκπληξη του ο Έιζα ενημερώθηκε από τον Ιταλό ότι οι Έλληνες στρατιώτες μπορεί να μην αφήσουν τους πρόσφυγες να αποβιβαστούν στα ελληνικά νησιά. Όταν όμως ο ίδιος ο Έιζα αποβιβάστηκε στη Μυτιλήνη είδε ότι δεν υπήρχαν τέτοιου είδους προβλήματα και ζήτησε από τον Έλληνα στρατηγό Φράγκου επανειλημμένα την απομάκρυνση των προσφύγων από τη Σμύρνη. Ενώ όμως το Ναυτικό των Η.Π.Α είχε υποσχεθεί ήδη την ασφάλεια των ελληνικών εμπορικών πλοίων τα οποία θα μπορούσαν να σώσουν κι άλλους Έλληνες, ο στρατηγός ήταν απρόθυμος. Έγινε γνωστό ότι ο στρατηγός σχεδίαζε πραξικόπημα με μια ομάδα αξιωματικών εναντίων της ελληνικής κυβέρνησης, κάτι που ο Έιζα δεν μπορούσε εκείνη την ώρα να γνωρίζει. Οι αξιωματικοί χρειάζονταν λοιπόν τα πλοία και τους στρατιώτες.

Ο Έιζα εξαγριωμένος αποβιβάστηκε στο ελληνικό εμπορικό πλοίο Κιλκίς και κατόπιν συνεννοήσεως με τον καπετάνιο, που ήταν πρόθυμος να βοηθήσει και έστειλε μήνυμα στην ελληνική κυβέρνηση, η οποία κατά τον Έιζα δε συμμερίζονταν τη σοβαρότητα των πραγμάτων, να στείλει κι άλλα εμπορικά να βοηθήσουν.

Ο πρωθυπουργός φοβόταν πως οι Τούρκοι θα επιτίθονταν σε ελληνικά νησιά και αρνήθηκε να στείλει πλοία στη Σμύρνη. Η μόνη λύση ήταν ο Έιζα να στείλει απειλητικό τελεσίγραφο στην κυβέρνηση λέγοντας ότι το επόμενο μήνυμά του θα ήταν ανοιχτά για να μάθει όλος ο κόσμος ότι αρνήθηκαν να σώσουν 300.000 συμπατριώτες τους.

Τελικά οι απειλές έπιασαν τόπο, η κυβέρνηση διέταξε επιστράτευση κάποιων εμπορικών πλοίων τα οποία έφτασαν στη Σμύρνη. Τελικά οι Τούρκοι έδωσαν 11 μέρες προθεσμία στον Έιζα και επιστρατεύτηκαν κι άλλα εμπορικά πλοία για τη διάσωση. Το σύνολό τους ήταν 55 και έσωσαν πάνω από 350.000 άτομα.



Η αναγνώριση και η εμπιστοσύνη στον Έιζα.

Η κυβέρνηση αναγνωρίζοντας την προσφορά του Έιζα, τον διόρισε αντιπρόσωπο των ελληνικών συμφερόντων στις συζητήσεις και στην υπογραφή της συνθήκης της Λωζάννης και του απονεμήθηκε το μετάλλιο της Στρατιωτικής Αξίας.

Ο Έιζα Τζένινγκς πέθανε το 1933 και λίγοι από εμάς γνωρίζουν το θαύμα που επιτέλεσε και το λιθαράκι που έβαλε για να σωθεί ένα τεράστιο μέρος του ελληνικού πληθυσμού της Σμύρνης.


Αντώνης Καρατζής

Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Start, η ουκρανική ομάδα ποδοσφαίρου που τα έβαλε με το φασισμό και ο περιβόητος Αγώνας του Θανάτου.

"Start, η ουκρανική ομάδα ποδοσφαίρου που τα έβαλε με το φασισμό και ο περιβόητος Αγώνας του Θανάτου. Η ομάδα που δεν φοβήθηκε, ούτε συμβιβάστηκε με τις απειλές της δήθεν περήφανης Αρίας Φυλής."



Η ίδρυση της ομάδας από το Ν. Τρούσεβιτς.

Το 1941, μέσα στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι δυνάμεις του Χίτλερ κατάφεραν και μπήκαν στο Κίεβο, μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της τότε Σοβιετικής Ένωσης και «φωλιά» αντιστασιακών. Εκείνη την περίοδο, ο Νικολάι Τρούσεβιτς, ένας Σοβιετικός αρτοποιός έμελλε να αποτελέσει τον πρωταγωνιστή μιας παραδειγματικής ιστορίας.

Ο Τρούσεβιτς, τερματοφύλακας της τοπικής ομάδας της Ντιναμό Κιέβου, κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής της Ουκρανίας είχε σταλεί στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Νταρνίτσα μαζί με χιλιάδες άλλους συμπατριώτες του ως αντικαθεστωτικός. Ο πρόεδρος της Ντιναμό, Γκέοργκ Σβέτσοφ, όντας συνεργάτης των ναζί και άνθρωπος που μπορούσε πολύ εύκολα να κάνει πράξη τα θελήματά τους κατάφερε να τον ελευθερώσει για να τον εντάξει στο τοπικό σωματείο της Ρουχ, νεοσύστατης με φιλοναζιστικά κίνητρα.

Ο Νικολάι ήταν φιλότιμος άνθρωπος και ήξερε ότι χρωστούσε χάρη στον Σβέτσοφ, όμως τα αντιστασιακά του αισθήματα δεν τον άφηναν να δεχτεί την πρόταση του προέδρου. Ο Νικολάι συνάντησε τον διευθυντή του στη βιοτεχνία αρτοποιίας Τζόζεφ Κόρτνικ. Εκείνες τις μέρες σκέφτηκαν να πραγματοποιήσουν μια παράτολμη ιδέα, συνεισφέροντας στον αγώνα για την ελευθερία από μια άλλη φιλειρηνική σκοπιά με τη σύσταση μιας νέας ποδοσφαιρικής ομάδας που θα απαρτιζόταν από αντικαθεστωτικούς.

Ο Κόρτνικ ήταν μεγάλος λάτρης του ποδοσφαίρου και προέτρεψε αρχικά το Νικολάι να ξαναφορέσει τα γάντια του στη νέα τους ομάδα, έστω και για την ψυχαγωγία, και στη συνέχεια προσέλκυσαν συνολικά άλλους εννέα ποδοσφαιριστές οι έξι εκ των οποίων πρώην συμπαίκτες του Νικολάι Τρουσέφσκι στη Ντιναμό. Τα ονόματά τους Μιχαήλ Πουτίστιν, ο νεαρός αμυντικός Μιχαήλ Σβιριντόφσκι, ο Αλεξέι Κλιμένκο, ο Νικολάι Κορότκιχ, ο Μακάρ Χοντσαρένκο και το «κτήνος», όπως τον αποκαλούσαν, Ιβάν Κουζμένκο. Μαζί τους και τρεις «αντίπαλοι» από τη Λοκομοτίβ Κιέβου, οι Μιχαήλ Μέλνικ, Βλάντιμιρ Μπαλάιν και Βασίλι Σουκάρεφ. H ομάδα ονομάστηκε Start, δηλαδή η «αρχή» που θα έκαναν ο Τρούσεβιτς και οι συμπαίκτες του και ο ρόλος που θα είχε θα ήταν πατριωτικός.


Η ανυπότακτη Start και το αήττητο κόντρα σε ομάδες των Ναζί.

Το πρώτο παιχνίδι της Start ήταν με μια ομάδα που συνίστατο από Ούγγρους συμμάχους των Γερμανών και διεξήχθη στο στάδιο Ζενίτ του Κιέβου. Η Start την διέλυσε με σκορ 6-2.

Η επόμενη ομάδα που κατατροπώθηκε από τη Start ήταν μια ομάδα Ρουμάνων στρατιωτών που δέχθηκε 11 γκολ και έπειτα κέρδισαν και τη γερμανική PGS. Ο Τύπος, αν και κατευθυνόμενος από τους ναζί δεν παρέλειψε να αναγνωρίσει τα κατορθώματα της νεοσύστατης ομάδας και να ενισχύσει το φρόνιμα των υποδουλωμένων από τους ναζί Ουκρανών.

Οι επιτυχίες της Start συνεχίστηκαν και μέχρι το 1942, οπότε και εστάλη στο Κίεβο η φημισμένη γερμανική ομάδα της Φλάκελφ, η επίσημη εκπρόσωπος της Λουφτβάφε, της αεροπορίας των ναζί. Οι Γερμανοί ήταν αποφασισμένοι να βάλουν φρένο στην πορεία της Start.

O αγώνας διεξήχθη στις 6 Αυγούστου 1942 και η Start επιβλήθηκε με σκορ 5-1. Ήταν ένα γερό χαστούκι για την υποτιθέμενη «Αρία Φυλή» που έχασε από τους υποταγμένους Ουκρανούς.


Ο αγώνας του Θανάτου και η φράση «ή θα χάσετε ή θα πεθάνετε».

Η ρεβάνς που ζητήθηκε από τη γερμανική ομάδα προγραμματίστηκε στις 9 Αυγούστου, τρεις μέρες αργότερα. Ο γερμανικός Τύπος ανέφερε στις εφημερίδες τη λέξη «εκδίκηση» υπογραμμίζοντας τη σημασία που είχε ο συγκεκριμένος αγώνας για τους ναζιστές.

Πριν τον αγώνα, ο διαιτητής, ο οποίος ήταν και αξιωματικός των S.S επισκέφτηκε τα αποδυτήρια της ομάδας της Start και αφού τους επαίνεσε λέγοντας πως πραγματικά είναι μια πολύ καλή ομάδα τους υπέδειξε να χαιρετήσουν ναζιστικά στην καθιερωμένη χειραψία των δυο ομάδων. Ενώ οι παίκτες της Φλάκελφ χαιρέτησαν με το γνωστό «Hail Hitler», οι παίκτες της Start ύψωσαν τα χέρια και βροντοφώναξαν το σοβιετικό χαιρετισμό «Fizcult Hura».

Στην αρχή του αγώνα και ενώ υπήρχαν αρκετοί τραυματισμοί από την πλευρά των Ουκρανών λόγω του αντιαθλητικού παιχνιδιού των παικτών της Φλάκελφ (ο Τρούσεβιτς συγκεκριμένα είχε μείνει αναίσθητος από εσκεμένο χτύπημα εκτός φάσης για μερικά λεπτά) η Start μπήκε στα αποδυτήρια για την ανάπαυλα προηγούμενη με 3-1. 

Αυτή τη φορά μπήκε στα αποδυτήρια των παικτών της Start ο Σβέτσοφ, ο συνεργάτης των Γερμανών και πρόεδρος της Ρουχ παροτρύνοντας τους να χάσουν το ματς επίτηδες σκεπτόμενοι τις συνέπειες που θα είχε η ενδεχόμενη νίκη. 

Το δεύτερο ημίχρονο συνεχίστηκε όπως και το πρώτο με αντιαθλητικά χτυπήματα. Υπήρξαν από δυο γκολ για την κάθε ομάδα και μέχρι το τέλος του αγώνα το σκορ ήταν στο 5-3. Τότε έγινε μια φάση που ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Ο Κλιμένκο πήρε τη μπάλα από την άμυνα, πέρασε όλη την ομάδα των Γερμανών και τον τερματοφύλακα. Ενώ βρισκόταν μπροστά στο τέρμα σταμάτησε και κλώτσησε τη μπάλα στο κέντρο. Η τύχη των Ουκρανών όλοι πίστεψαν ότι είναι προδιαγεγραμμένη. 


Τα αντίποινα και το συμπέρασμα της εισαγγελίας χρόνια αργότερα.

Σταδιακά όλοι οι παίκτες της ουκρανικής ομάδας πέρασαν από ανακρίσεις. Η Start συνέχισε τις νίκες της και με τη Ρουχ του Σβετσόφ με σκορ 8-0. Η κατάσταση είχε χειροτερεύσει. Πολλοί παίκτες συνελήφθησαν και βασανίστηκαν από τους ναζιστές. Ο Κορότκιχ για παράδειγμα βασανίστηκε και πέθανε. Οι υπόλοιποι συμπαίκτες του Κλιμένκο, Κουζμένκο, Τρούσεβιτς στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και εκτελέστηκαν μερικούς μήνες αργότερα.

Ο συγκεκριμένος αγώνας ήρθε στο φως 16 χρόνια αργότερα από έναν Ουκρανό δημοσιογράφο και κανείς δεν ξέρει πλέον που τελειώνει η μυθοπλασία και αρχίζουν τα πραγματικά γεγονότα.

Η εισαγγελία του Αμβούργου έκλεισε την υπόθεση το 2005 βγάζοντας το συμπέρασμα ότι οι παίκτες της Start δε δολοφονήθηκαν από τους ναζί λόγω της νίκης τους στον ποδοσφαιρικό αγώνα. Ο Χοντσαρένκο, ένας από τους επιζώντες της ομάδας, δήλωσε το ίδιο.


Όποια και αν είναι η αλήθεια, η ιστορία ενέπνευσε κινηματογραφικές και λογοτεχνικές δημιουργίες. Η περίφημη «Απόδραση των 11» (1981) με τους Μάικλ Κέιν και Σιλβέστερ Σταλόνε βασίζεται στο Ουκρανικό φιλμ «Two half-times in hell» του 1962 με αμφότερες τις ταινίες να παρουσιάζουν εκδοχές του τι έγινε στον «Αγώνα του Θανάτου».

Αντώνης Καρατζής 

Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

Συνοπτικές διαδικασίες!



 Όσο βρισκόμαστε στα πρώτα στάδια της ενηλικίωσής μας χαρακτηριζόμαστε από μια "αδράνεια" και μια υπομονή για αναμονή: διστάζουμε να διεκδικήσουμε ευθέως αυτά που πραγματικά θέλουμε και ψάχνουμε πλάγιες μεθόδους για να ικανοποιήσουμε τα θέλω μας. Περιμένουμε, ασχέτως αν τσιγαριζόμαστε σε χαμηλή φωτιά. Ντρεπόμαστε; Θεωρούμε πως ο χρόνος είναι με το μέρος μας; Προσπαθούμε να ανακαλύψουμε και να κατανοήσουμε τον εαυτό μας; Πάντως οι περισσότεροι αδρανούμε. Και φυσικά σε κάποιες περιπτώσεις αυτό μπορεί να συνεχίζεται επ' άπειρον στο πέρασμα του χρόνου. 

 Είναι όμως αυτή η χρόνια αναμονή που κάποια στιγμή μας κουράζει και περνάμε στο στάδιο να απλοποιήσουμε τη ζωή μας, όπου μας δίνεται αυτή η δυνατότητα. Π.χ. θέλουμε να μάθουμε κάτι για ένα άτομο ή να του πούμε εμείς οι ίδιοι κάτι. Μια πλάγια και υπομονετική μέθοδος είναι να προσπαθήσουμε να "ψαρέψουμε" αυτό το άτομο, να ζητήσουμε τη βοήθεια άλλων γνωστών μας ή να πετάμε σπόντες στον αέρα αφήνοντας να εννοηθεί κάτι. Μια απλοποιημένη μέθοδος είναι να κάνουμε ευθέως και χωρίς πολλές περιστροφές την ερώτηση/ή την δήλωσή μας.

 Σίγουρα όσο είμαστε ηλικιακά μικρότεροι, βρισκόμαστε πιο κοντά στην πρότερη παιδική μας ηλικία, γι' αυτό και δείχνουμε μια κάποια προτίμηση στα παιχνιδάκια μεταξύ των ανθρωπίνων σχέσεων. Όμως, από κάποια στιγμή και μετά το περιτύλιγμα κουράζει και ο άνθρωπος έχει ανάγκη να εστιάσει στην ουσία και να απλοποιήσει τη ζωή του. Αυτό δε σημαίνει ότι χάνει την όρεξη του για ζωή. Απλά θέλει να γνωρίζει που πατά και που βρίσκεται και αν στην τελική αξίζει να βρίσκεται κάπου.

 Αυτό που συνειδητοποιώ είναι πως ίσως να γινόμαστε πιο καθάριοι δηλαδή πιο ξεκάθαροι ως προς το ποιοι είμαστε, από την άποψη ότι δεν έχουμε τόσο την ανάγκη να είμαστε αρεστοί όσο αληθινοί. Κι αυτό, ακόμη και με τις όποιες παραξενιές κουβαλάει ο καθένας μας, εντέλει μας κρατάει κοντά με τους σωστούς ανθρώπους.

Δέσποινα Ζησοπούλου

Πέμπτη, 5 Απριλίου 2018

Τραγουδόραμα: Πάνος Βλάχος & Γιώργος Μαργαρίτης - Αλάνα!


"Αλάνα", ένα ιδιαίτερα αξιόλογο άκουσμα που προέκυψε μέσα από την μουσική συνεργασία του Πάνου Βλάχου και του Γιώργου Μαργαρίτη. Ο Πάνος Βλάχος μας εκπλήσσει ευχάριστα υπογράφοντας τόσο τη μουσική όσο και τους στίχους του τραγουδιού που συνοδεύεται από ένα εξίσου ιδιαίτερο videoclip και προβάλλει τα κακώς κείμενα των καιρών μας! Κι όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο ρεφρέν: "ο κόσμος κοιμάται για να μη θυμάται". Για πάμε, όμως, μια βόλτα στην "Αλάνα", που κυκλοφορεί μέσα από την Cobalt Music, για να ακούσουμε τι παίζει εκεί!

Στίχοι:

Πάλι αγύριστο κεφάλι 
Δε φεύγει αυτή η ζάλη
Και πώς να κοιμηθώ;

Χάλι σε ξένο προσκεφάλι 
Είναι η ζωή μου άλλη
Και πώς να αναστηθώ;

Θέλω τα χρόνια σε εκείνα τα αλώνια
Που παίζαμε μπάλα, κρυφτό και κρεμάλα
Μικρή μου αλάνα, μη φωνάζεις ρε μάνα
Ο κόσμος κοιμάται για να μη θυμάται

Θέλω τα χρόνια σε εκείνα τα αλώνια
Μη φωνάζεις ρε μάνα
Ο κόσμος κοιμάται για να μη θυμάται

Πώς περνάει η μπόρα; 
Πώς αλλάζει μια χώρα;
Στο δικό μου γραμμένο, είν' το παιχνίδι στημένο

Πάλι σε αυτό το καρναβάλι
Να μη μας δουν οι άλλοι
Τη μάσκα μου φορώ

Ζάλη τα τόσα σου τα κάλλη
Για σένανε χαλάλι 
Θα σύρω το χορό

Θέλω τα χρόνια σε εκείνα τα αλώνια
Που παίζαμε μπάλα, κρυφτό και κρεμάλα
Μικρή μου αλάνα, μη φωνάζεις ρε μάνα
Ο κόσμος κοιμάται για να μη θυμάται

Θέλω τα χρόνια σε εκείνα τα αλώνια
Τι φωνάζεις ρε μάνα;
Ο κόσμος κοιμάται για να μη θυμάται

Πώς περνάει η μπόρα; 
Πώς αλλάζει μια χώρα;
Στο δικό μου γραμμένο, είν' το παιχνίδι στημένο


Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

Li Ching-Yuen: ο μυστηριώδης βοτανολόγος που λέγεται ότι έζησε για 256 χρόνια!

"Li Ching-Yuen, ο μυστηριώδης βοτανολόγος που λέγεται ότι έζησε για 256 χρόνια και δεν αποκάλυψε το μυστικό της μακροζωίας του, ούτε λίγο πριν το θάνατό του."



Ο άνθρωπος από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ύπαρξής του προσπαθεί να παρατείνει τη διάρκεια της ζωής του μέσω της συνεχούς ανάπτυξης της τεχνολογίας και της ιατρικής. Ομολογουμένως, αν αναλογιστούμε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι του Μεσαίωνα, παραδείγματος χάριν, δεν ξεπερνούσαν τα σαράντα ή τα πενήντα, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι πλέον τα έχουμε καταφέρει αρκετά καλά. Τα ενενήντα, εκατό και πλέον χρόνια είναι εφικτός στόχος για πολλούς σήμερα και υπάρχουν άπειρα παραδείγματα ανθρώπων που έχουν ξεπεράσει και αυτά τα όρια. 

Ένας Κινέζος βοτανολόγος όμως, η αλήθεια είναι ότι έσπασε όλα τα κοντέρ όσον αφορά τη μακροζωία. Ο Li Ching Yuen πιστεύεται ότι γεννήθηκε το 1677 σε ένα μικρό χωριό της επαρχίας Σετσουάν της Κίνας και σύμφωνα με ένα άρθρο της εφημερίδας New York Times, ειπώθηκε λανθασμένα ότι πέθανε το 1930, σε ηλικία 256 ετών. Ο ίδιος όμως υποστήριξε ότι γεννήθηκε το 1736. 


Η βιογραφία του. 

Ο Li Ching πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στα βουνά και εκπαιδεύτηκε στις κινεζικές πολεμικές τέχνες στη γενέτειρά του. Μελετούσε και μάζευε διάφορα φυτά από την περιοχή του, όπως γκότζι μπέρυ και τζίνσενγκ, και τα πουλούσε στην τοπική αγορά μαζί με άλλα βότανα. Λέγεται ότι ο Li ήταν πολύ μορφωμένος και πολυταξιδεμένος αφού μέχρι τα δέκα του είχε ταξιδέψει σε πολλές επαρχίες της Κίνας, στο Θιβέτ, στην Ταϋλάνδη και την Μαντσουρία, μαθαίνοντας τα μυστικά των βοτάνων και τη χρησιμοποίησή τους στον άνθρωπο. Όταν ενηλικιώθηκε εντάχθηκε στον τακτικό στρατό ως τοπογράφος. Σε ηλικία 51 ετών άφησε τη στρατιωτική του καριέρα μετά τη μάχη του Χρυσού ποταμού και το 1749 σε ηλικία 72 ετών κατατάχθηκε στον αυτοκρατορικό στρατό ως δάσκαλος πολεμικών τεχνών, πριν αποσυρθεί και πάλι στα βουνά αφιερώνοντας πλέον τη ζωή του στη Βοτανολογία. 

Το 1927, ο Yang Shen, ο Στρατηγός του Απελευθερωτικού Στρατού της Κίνας, τον κάλεσε στο σπίτι του για να τον φιλοξενήσει και τον τράβηξε αρκετές φωτογραφίες για να αποδείξει την ηλικία του, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο, ειδικά για εκείνη την εποχή. Εκείνη την περίοδο πολλοί επισκέφθηκαν τον Li για να μάθουν το μυστικό που τον κρατούσε τόσα χρόνια εν ζωή, μάταια όμως καθώς ο Li δεν αποκάλυπτε τίποτα. 

Ο Li-Ching πέθανε από φυσικά αίτια στις 6 Μαΐου του 1933. Μέχρι τότε είχε παντρευτεί 24 φορές και άφησε 200 απογόνους, ενώ είναι ο μόνος άνθρωπος στην παγκόσμια ιστορία που γνώρισε παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα, τρισέγγονα, τα παιδιά και τα εγγόνια αυτών και πιθανότατα πολλούς ακόμη απογόνους. 


Οι αποδείξεις. 

Το 1928 ο καθηγητής Wu-Chung Chieh του Πανεπιστημίου του Chengdu, πριν τη δημοσίευση των Times, ανακάλυψε έγγραφα που συνέχαιραν τον Li για τα 150α γενέθλιά του το 1827 και για τα 200α το 1877. Ύστερα, σύμφωνα με το άρθρο των Times, ήρθε στην επιφάνεια ένα ρεπορτάζ ενός ηλικιωμένου άνδρα από τη γειτονιά του Li που υποστήριζε πως ενώ ο ίδιος ήταν παιδί, αυτός ήταν ήδη πολύ μεγάλος και το ότι ζούσε αποτελούσε ήδη θαύμα. 



Το μυστικό της μακροζωίας του. 

Όταν ρωτήθηκε για το μυστικό της μακροζωίας του ο Li απάντησε χαρακτηριστικά: «Να έχετε μια ήσυχη καρδιά, να κάθεστε σα τη χελώνα, να περπατάτε ζωηρά σα περιστέρι και να κοιμάστε σα σκύλος». 

Είναι δύσκολο να καταλάβουμε τι ακριβώς εννοούσε αλλά γνωρίζουμε σίγουρα ότι κατά τη διάρκεια της ζωής του έκανε ειδικές ασκήσεις αναπνοής και έπινε έγχυμα βοτάνων, η συνταγή του οποίου έχει πλέον χαθεί ή είναι παντελώς άγνωστη. 


Αντώνης Καρατζής