Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 2 Ιανουαρίου 2018

Sir John Franklin: ο έμπειρος και ριψοκίνδυνος εξερευνητής της Αρκτικής!

“Sir John Franklin, ο έμπειρος και ριψοκίνδυνος εξερευνητής της Αρκτικής και πρώτος που τόλμησε την πραγματοποίηση της ιδέας του επικίνδυνου Βορειοδυτικού περάσματος του Ατλαντικού στο Βόρειο Καναδά.”


Η παγκόσμια αύξηση της θερμοκρασίας συνήθως συνδυάζεται με αρνητικές συνέπειες. Πιθανόν, όμως, να βοηθήσει στο να εκπληρωθεί ένα σημαντικό έργο που θα επηρεάσει την παγκόσμια ναυτιλία και την τακτική όλων των ναυτιλιακών και παραναυτιλιακών εταιρειών - ο εύκολος και ασφαλής διάπλους του βορειοδυτικού περάσματος. Αυτό το σημείο στην κορυφή της βορειοαμερικανικής ηπείρου όπου ενώνεται ο Ατλαντικός με τον Ειρηνικό ωκεανό θα μπορούσε να ανοίξει για τις τακτικές και μη θαλάσσιες μεταφορές τον 21ο αιώνα και κάτι τέτοιο θα συντόμευε κατά 11.000 χλμ το ταξίδι Ευρώπη - Ασία, που γίνεται τώρα από τη Διώρυγα του Παναμά.

Ένα τέτοιο πέρασμα οραματίζονταν οι άνθρωποι πριν από μισή χιλιετία. Οι πρώτες προσπάθειες για την εξεύρεση ενός βόρειου περάσματος έγιναν λίγο μετά την ανακάλυψη της Αμερικής από τον Χριστόφορο Κολόμβο. Το 1947, ο βασιλιάς Ερρίκος Ζ' της Αγγλίας ανέθεσε στον John Cabot την αποστολή να βρει ένα θαλάσσιο πέρασμα προς της Άπω Ανατολή. Σαν τον Κολόμβο, ο Cabot έπλευσε προς τα δυτικά από την Ευρώπη, αλλά ακολούθησε πιο βόρεια κατεύθυνση. Όταν ο Cabot αγκυροβόλησε, πιθανότατα στο Newfoundland στη Βόρεια Αμερική, ήταν βέβαιος ότι είχε φτάσει στην Ασία. Ακόμη και όταν αργότερα έγινε αντιληπτό ότι ανάμεσα στην Ευρώπη και στην Ασία υπήρχε ένας ολόκληρος Νέος Κόσμος, η ιδέα του βόρειου περάσματος προς την Ανατολή δεν είχε ξεχαστεί. Θα μπορούσε να επιτευχθεί ο περίπλους αυτής της νεοανακαλυφθείσας ηπείρου από τα βόρεια;

Στα τέλη του 18ου και αρχές του 19ου αι. η Μ. Βρετανία προσπάθησε να οργανώσει αρκετά τολμηρά ταξίδια για να μπορέσει να εκμεταλλευτεί το συγκεκριμένο πέρασμα. Το πιο γνωστό από αυτά ήταν του Sir John Franklin που ξεκίνησε την άνοιξη του 1845.


Τα πρώτα εξερευνητικά ταξίδια και το πάθος με τη συγγραφή.

Ο Sir John Franklin γεννήθηκε στο Lincolnshire της Αγγλίας το 1786 και υπήρξε διοικητής του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικούστο οποίο υπηρετούσε από δεκατεσσάρων ετών. Τις πρώτες του εμπειρίες από ερευνητικά ταξίδια τις έλαβε την πρώτη δεκαετία του 19ου αιώνα όταν και συνόδευσε τον Matthew Flinders στην Αυστραλία. Από το 1819 έως το 1822 ο Franklin ηγήθηκε μιας ερευνητικής αποστολής από το Hudson Bay της Β. Αμερικής στον Αρκτικό Ωκεανό και μιας δεύτερης στο Βορειοδυτικό Καναδά. Όταν επέστρεψε στην πατρίδα του ανακάλυψε το πάθος του με τη συγγραφή και δημοσίευσε ένα βιβλίο το 1823, με τίτλο "Narrative of a Journey to the Shores of the Polar Sea in the Years 1819, 20, 21 and 22."

Σε μια νέα αποστολή στην ίδια περιοχή (1825-27), ο Franklin οδήγησε μια ομάδα που εξερεύνησε τις ακτές της Βόρειας Αμερικής δυτικά του ποταμού Mackenzie, στον βορειοδυτικό Καναδά, στο Point Beechey, της Αλάσκα. Με μια δεύτερη ομάδα διέσχισε την ακτή ανατολικά από το Mackenzie στο Coppermine. Αυτές τις προσπάθειες, οι οποίες προσέφεραν μια νέα εμπειρία περίπου 2000 χιλιομέτρων της βορειοδυτικής πλευράς της ακτογραμμής της Βόρειας Αμερικής, τις περιέγραψε στο βιβλίο του "Narrative of a Second Expendition to the Shores of the Polar Sea, in the Years 1825, 1826 and 1827", που δημοσιεύτηκε το 1828Έχοντας ανακηρυχθεί ιππότης από την βασιλική οικογένεια το 1829, ο Franklin υπηρέτησε ως κυβερνήτης της γης του Van Diemen της Τασμανίας, από το 1836 έως το 1843.


Προετοιμασίες για το τολμηρό ταξίδι.

Ο Sir John Barrow, ο οποίος διετέλεσε αναπληρωτής γραμματέας του Βασιλικού Ναυτικού από το 1804 έως το 1845 ανέλαβε να ορίσει επικεφαλή της αποστολής του βρετανικού σχεδίου για το βορειοατλαντικό πέρασμα. Στην αρχή επέλεξε βετεράνους εξερευνητές του Βορείου Πόλου όπως ο Perry και ο Clark Ross, αλλά εκείνοι επικαλούμενοι οικογενειακά προβλήματα αρνήθηκαν ευγενικά. Η τρίτη του επιλογή, ο James Fitzjerald, απορρίφθηκε από το Ναυτικό λόγω της νεαρής του ηλικίας και η τέταρτη, ο Francis Crozier, ήταν Ιρλανδός και απορρίφθηκε ακριβώς λόγω της καταγωγής του. Έτσι κατέληξε στον 59χρονο τότε Sir John Franklin. Η αποστολή θα εκτελούνταν από δυο πλοία τα οποία είχαν ταξιδέψει πάλι στον Αρκτικό με τον Clark Ross, ο Τρόμος και το Έρεβος. O Franklin έλαβε την εντολή για το ξεκίνημα της αποστολής το Μάρτη και το σχέδιο στις 5 Μαΐου του 1845.


Οι συνθήκες στην Αρκτική.

Με μια σύντομη απάντηση μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι δεν ξέρουμε ποιες ήταν ακριβώς οι συνθήκες στην Αρκτική το καλοκαίρι του 1845. Δεν έχουμε πηγές  από περιοδικά ή ημερολόγια που είχαν γραφτεί στο πλοίο. Αλλά έχουμε πολλά στοιχεία από άλλες πηγές για το τι μπορεί να είχαν περάσει αυτοί οι άνδρες. Χρησιμοποιώντας αυτά, μπορούμε να έρθουμε όσο πιο κοντά μπορούμε για να καταλάβουμε τι θα μπορούσαν να έχουν δει και τι αισθάνονταν τα πληρώματα του Ερέβους και του Τρόμου.

Το πλοίο του Franklin παγιδεύτηκε στον πάγο σε μια απομακρυσμένη και έρημη περιοχή, την οποία οι Inuit (οι εσκιμώοι του Καναδά) επισκέπτονταν σπάνια, αποκαλώντας το Tununiq, δηλαδή «πίσω από το πέρα». Δεδομένα οι ναύτες δεν μπορούσαν να βασίζονται στους ντόπιους για κρέας, ρούχα και λάδι, καθώς ήταν πάρα πολλοί σε αριθμό και όσο καλή διάθεση και να είχαν οι ντόπιοι πληθυσμοί δε μπορούσαν να τους θρέψουν όλους για μεγάλο διάστημα.

Οι θερμοκρασίες έξω θα μπορούσαν να πέσουν στους -48° C τη νύχτα και -35° C την ημέρα. Οι χώροι στο πλοίο δεν ήταν απαραίτητα πιο ζεστοί: οι προηγούμενες αποστολές ανέφεραν στους αξιωματικούς ότι κάθονταν γύρω από τα πανωφόρια τους κάτω από τα καταστρώματα σε θερμοκρασίες κατάψυξης. Αλλά τα πλοία του Franklin ήταν εξοπλισμένα με ένα σύστημα θέρμανσης που μπορεί να έκανε τις συνθήκες πιο ευχάριστες.

Οι άνδρες πιθανότατα ελέγχονταν κάθε εβδομάδα για σκορβούτο. Τα ερεθισμένα ούλα ήταν ένα πρώιμο σημάδι, αλλά το σκορβούτο μπορεί να διαγνωστεί όταν τα παλιά τραύματα ξανανοίγουν, τα δόντια χαλαρώνουν και το δέρμα μαυρίζει εύκολα. Οι αποστολές εφοδιάζονταν με χυμό λεμονιού και τρόφιμα με ασβέστιο για να αποτρέψουν την αρρώστια, αλλά ήταν ένα συνεχές πρόβλημα στις πολικές αποστολές, καθώς δεν υπήρχαν φρέσκα φρούτα και λαχανικά. Οι Inuit έτρωγαν το κρέας τους ωμό, πράγμα που τους εξασφάλιζε αρκετή βιταμίνη C.


Η χαμένη αποστολή.

Στις  19 του Μάη, ο Franklin απέπλευσε από τη Μεγάλη Βρετανία με 24 αξιωματικούς και 110 ναύτες πλήρωμα. Στα δυο πλοία υπήρχαν προμήθειες για 3 χρόνια. Επιπρόσθετα, δόθηκε μεγάλη προσοχή στη συναισθηματική ευεξία των πληρωμάτων. Για παράδειγμα, τα πλοία διέθεταν περιεκτικές βιβλιοθήκες και μάλιστα ήταν εξοπλισμένα με λατέρνες. Κάποιος αξιωματικός που συμμετείχε στην αποστολή έγραψε: "Δεν λείπει σχεδόν τίποτα από οτιδήποτε θα μπορούσε να χρειαστεί κανείς, και πραγματικά νομίζω ότι, αν θα είχα τη δυνατότητα να βρεθώ στο Λονδίνο για μια δυο ώρες, δε θα ήθελα να πάρω κάτι από εκεί!" Η αποστολή ξεκίνησε από την Αγγλία τον Μάιο του 1845 και τον Ιούλιο έφτασε στον όρμο Μπάφιν. Το τελευταίο στίγμα των δύο πλοίων ήταν τον Ιούλιο, βόρεια του νησιού Μπάφιν του Καναδά, όταν και το είδαν κάποιοι Βρετανοί φαλαινοθήρες.

Πέρασαν τρία χρόνια, το διάστημα για το οποίο είχαν προετοιμαστεί ότι θα διαρκούσε η αποστολή στη χειρότερη περίπτωση αλλά δεν υπήρχε κανένα νέο για την αποστολή του Franklin. Λόγω της μυστηριώδους εξαφάνισης των δύο πλοίων και των πληρωμάτων τους, τα ταξίδια προς την Αρκτική αυξήθηκαν. Δεκάδες αποστολές έριξαν φως όχι μόνο στο τι απέγινε η αποστολή του Franklin αλλά και στο μυστήριο του βορειοδυτικού περάσματος για 12 χρόνια.


H τύχη του πληρώματος.

To 1850 βρέθηκαν από μια αποστολή διάσωσης 3 τάφοι με τα παγωμένα οστά κάποιων αξιωματικών, αλλά τίποτα για τους υπολοίπους.

Το 1854, ο Δρ. John Rae έφερε στο φως ιστορίες Inuit, αναφέροντας ότι η αποστολή είχε χαθεί κάπου στα δυτικά του ποταμού Back. Είχαν δει κάποιους λευκούς σκελετωμένους άντρες να περιφέρονται στο χιόνι πεινασμένοι μέχρι που έπεσαν νεκροί. Φαίνεται ότι ορισμένοι από τους άνδρες είχαν καταφύγει στον κανιβαλισμό, καθώς πολλά σώματα είχαν ακρωτηριαστεί και τμήματα από ανθρώπινη σάρκα βρέθηκαν σε κατσαρόλες. Αυτή η αποκάλυψη συγκίνησε τους Βρετανούς, οι οποίοι οργάνωναν ξανά και ξανά αποστολές διάσωσης με σκοπό να βρουν στοιχεία για τις τύχες των άτυχων ναυτικών.

Μέχρι το 1859 η τύχη του πληρώματος ήταν άγνωστη, μέχρι που η γυναίκα του Franklin, Lady Jane Franklin οργάνωσε αποστολή για να βρει τον άντρα της με τον καπετάνιο Francis Leopold McClintock, ισχυριζόμενη ότι οι ναύτες θα μπορούσαν να έχουν επιζήσει από το πολικό ψύχος και την πείνα εκμεταλλευόμενοι το κρέας των ψαριών και τη γούνα της πολικής αρκούδας. Η ομάδα του καπετάνιου βρήκε στο νησί King William, κοντά στο νησί Μπάφιν, τρεις σκελετούς του πληρώματος του Franklin, καθώς και μια σωσίβια λέμβο με κουβέρτες και μπότες. Το πιο σημαντικό όμως εύρημα ήταν μια γραπτή αναφορά για το ταξίδι, πιθανότατα από κάποιον αξιωματικό, τον Απρίλη του 1848. Αυτό το έντυπο ήταν ένα χειρόγραφο μήνυμα, το οποίο έλεγε ότι ενώ στην αρχή, από το 1845 μέχρι και το καλοκαίρι του 1846 όλα έβαιναν καλώς, τα πλοία έμειναν κολλημένα μέχρι τις 22 Απριλίου 1848 στον πάγο από τις 12 Σεπτεμβρίου 1846, για 20 δηλαδή ολόκληρους μήνες. Το σημείωμα ανέφερε επίσης ότι ο John Franklin πέθανε στις 11 Ιουνίου 1847, όπως επίσης και 23 ακόμη μέλη του πληρώματος αφήνοντας 105 "ψυχές" αβοήθητες. Ο καπετάνιος πιστεύοντας ακράδαντα ότι πλέον οι τύχες του πληρώματος ήταν δυσοίωνες γύρισε στην Αγγλία μεταφέροντας τα άσχημα νέα και τις αποδείξεις. Η μετέπειτα υπόθεση ήταν ότι αυτοί οι 105 ήρωες προσπάθησαν να διασχίσουν το νησί μέσα στο χιόνι και να ζητήσουν μάταια βοήθεια από τους ντόπιους.


Ύστερα από την τελευταία αποστολή διάσωσης χρηματοδοτούμενη από τη γυναίκα του Franklin και για 100 ακόμη χρόνια η υπόθεση της μυστηριώδους αυτής εξαφάνισης συγκέντρωσε μεγάλη προσοχή από το ευρύ κοινό. Ο εγκληματολόγος και ανθρωπολόγος Δρ Owen Beattie ίδρυσε το 1845–48 το Franklin Expedition Forensic Anthropology Project (FEFAP) στα τέλη του 20ου αιώνα. Τα λείψανα και τα ανθρώπινα κατάλοιπα, που δεν βρέθηκαν από τους προηγούμενους ερευνητές, συλλέχθηκαν το 1981 από την ομάδα του Beattie από διάφορες τοποθεσίες στο King William Island. Τα ανθρώπινα κατάλοιπα αναλύθηκαν με σύγχρονες ιατροδικαστικές μεθόδους σε μια προσπάθεια να διαπιστωθεί τι θα μπορούσε να προκάλεσε το θάνατο του πληρώματος και να εντοπιστεί τα απομεινάρια ποιων ναυτών είχαν βρεθεί. Με την έρευνα της ομάδας του Beattie διαπιστώθηκε ότι η ποσότητα μόλυβδου στα οστά μερικών από τους άνδρες που βρέθηκαν ήταν πολύ υψηλή, οδηγώντας στη θεωρία ότι η δηλητηρίαση από τα κονσερβοκούτια που ακουμπούσαν την τροφή μπορεί να ήταν ένας από τους παράγοντες που συνέβαλαν στο θάνατο κάποιων από τα μέλη του πληρώματος.


Νέες έρευνες.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 2014 ένα από τα δύο πλοία της αποστολής βρέθηκε από Καναδούς δύτες σε βάθος 11 μέτρων κάτω από τους πάγους στα στενά της νήσου Βικτώρια, στο Καναδικό Αρκτικό Αρχιπέλαγος. Το σκάφος βρέθηκε με τη βοήθεια υποβρύχιας τεχνολογίας και μέχρι στιγμής δεν έχει εξακριβωθεί αν πρόκειται για τον Τρόμο ή το Έρεβος.


 Αντώνης Καρατζής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Παρακαλούμε, πριν δημοσιεύσετε το σχόλιό σας, έχετε υπόψιν σας τα ακόλουθα:
•Δεν επιτρέπονται τα «greeklish» (ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρες) και η γραφή με κεφαλαία (Caps) .
• Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες, ασυνάρτητος λόγος και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, πολύ περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, εναντίον των συνομιλητών ή και των συγγραφέων, με υποτιμητικές προσφωνήσεις, ύβρεις, υπονοούμενα, απειλές, ή χυδαιολογίες.
•Μην δημοσιεύετε άσχετα, με το θέμα, σχόλια.
•Ο κάθε σχολιαστής οφείλει να διατηρεί ένα μόνο όνομα ή ψευδώνυμο, το οποίο αποτελεί και την ταυτότητά του σε κάθε συζήτηση.
Με βάση τα παραπάνω η διαχείριση διατηρεί το δικαίωμα μη δημοσίευσης σχολίων χωρίς καμία άλλη προειδοποίηση.
Προσοχή: 1. Η σελίδα λειτουργεί σε εθελοντική βάση. Τα σχόλια δημοσιεύονται το συντομότερο δυνατόν, μόλις αυτό καταστεί εφικτό.
2. Όσοι και όσες απευθύνονται στη διαχείρηση με απορίες και ερωτήσεις είναι απαραίτητο να αναγράφουν και το e-mail τους για τη δυνατότητα απάντησης.
Ευχαριστούμε εκ των προτέρων για την βοήθεια σας!