Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

Η υπόθεση του φόνου στο Gun Alley!


"Η υπόθεση της τιμωρίας ενός ανθρώπου από τη Μελβούρνη για ένα αποτρόπαιο έγκλημα που δε διέπραξε ποτέ: το βιασμό και το φόνο μιας ανήλικης Αυστραλής, της 12χρονης Νελλ Άλμα Τίρτσκε. Ο υποτιθέμενος εγκληματίας δικαιώθηκε πολλά χρόνια αργότερα."



Η ιστορία της Νελλ Άλμα.

Η Νελλ Άλμα Τίρτσκε γεννήθηκε το 1909 στη Δυτική Αυστραλία. Ήταν μόλις δύο ετών όταν μετακόμισε στο Ζιμπάμπουε μαζί με τους γονείς της λόγω μιας επαγγελματικής ευκαιρίας σε μια μεγάλη εταιρία που δόθηκε στον πατέρα της το 1911. Το 1914, στο ταξίδι του επαναπατρισμού της οικογένειας στη Μελβούρνη, έχασε τη μάνα της κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, μάλλον λόγω της τρίτης της εγκυμοσύνης. Επειδή ο πατέρας της αδυνατούσε να φροντίσει αυτή και την αδερφή της, μεγάλωσαν και οι δυο μαζί με τους παππούδες τους στη Μελβούρνη.


Το χρονικό του φόνου του Gun Alley.

Στις 30 Δεκεμβρίου 1921, η γιαγιά της Άλμα έστειλε τη 12χρονη να παραλάβει ένα πακέτο κρέας από ένα παντοπωλείο στη γειτονιά της και να το πάει στη θεία της που έμενε λίγα μέτρα πιο δίπλα από το μαγαζί. Υποτίθεται ότι ήταν μια δουλειά η οποία δε θα διαρκούσε περισσότερο από 15 λεπτά. Όταν η μικρή φάνηκε να καθυστερεί επικίνδυνα, η γιαγιά της άρχισε να ανησυχεί, καθώς η  Άλμα ήταν παιδί υπάκουο και δε θα παραμελούσε να επιστρέψει σπίτι της. Μόλις ειδοποιήθηκε η αστυνομία, αναφέρθηκε ως αγνοούμενη και μαζί με την οικογένειά της άρχισαν να την ψάχνουν μέσα στη νύχτα.

Νωρίς το επόμενο πρωί, το άψυχο σώμα της μικρούλας βρέθηκε σε ένα στενό σοκάκι της οδού Gun Alley στη Μελβούρνη, κοντά στη διεύθυνση του σπιτιού της θείας της Νελλ Άλμα, έχοντας εμφανή σημάδια στραγγαλισμού και βιασμού. Η υπόθεση έκανε μεγάλη αίσθηση σε όλη την πόλη με τον Τύπο της Μελβούρνης να πείθει τους αναγνώστες των τοπικών εφημερίδων ότι κυκλοφορεί ένας μανιακός δολοφόνος και μπορεί να χτυπήσει ξανά. Η αμοιβή για πληροφορίες που θα οδηγούσαν στη σύλληψή του ήταν 1250 δολάρια, το μεγαλύτερο ποσό που είχε δοθεί ποτέ ως τότε.

Με την κοινωνική πίεση στο λαιμό της, η αστυνομία έσπευσε να αναγνωρίσει ως βασικό ύποπτο τον ιδιοκτήτη ενός τοπικού μπαρ, τον Κόλιν Κάμπελ Ρος που δεν διέθετε καλό άλλοθι. Ο Ρος πέρασε από το τμήμα μαζί με άλλους υπόπτους. Όλοι ανεξαιρέτως, συμπεριλαμβανομένου και του Ρος ανέφεραν πως όντως είδαν το κοριτσάκι να περπατάει σε αυτές τις οδούς και πολλοί από αυτούς μάλιστα ανέφεραν ότι την ακολουθούσε ένας άνδρας. Κανείς όμως δεν ανέφερε κάποιον με τα χαρακτηριστικά του Κόλιν Κάμπελ Ρος.


Ο Ρος ήταν γνωστός στην τοπική αστυνομία αφού προσφάτως είχε αθωωθεί σε μια υπόθεση πυροβολισμού ενός άνδρα στο μπαρ του. Παρά την προσπάθεια του Ρος να συνεργαστεί για να αποσαφηνιστεί η κατάσταση, η αστυνομία τον ανέκρινε λεπτομερέστερα. Προτού τον κατηγορήσουν, ήταν πρόθυμος να ονομάσει μερικούς από τους πελάτες του που τον είδαν να βρίσκεται στο μαγαζί του την ώρα που υποτίθεται ότι είχε διαπραχθεί το έγκλημα. Η αστυνομία, εξετάζοντας το σπίτι του και αφού ανακάλυψε ένα κουβάρι με τρίχες, βρήκε στο πρόσωπό του το εξιλαστήριο θύμα που έψαχνε για να κατευνάσει την κοινή γνώμη. Έτσι, στις 12 Ιανουαρίου 1922, ο Ρος κατηγορήθηκε για τη δολοφονία της Νελλ Άλμα Τίρτσκε.


Η δίκη.

Η δίκη για την υπόθεση του Gun Alley ξεκίνησε το Φλεβάρη του 1922 και ο Ρος υποστήριξε σε οικογένεια και δικηγόρους πως δεν είχε τίποτα να φοβηθεί. Πολλοί μάρτυρες όμως, τον κατηγόρησαν για το φόνο. Ένας εξ αυτών μάλιστα ήταν και ένας συγκρατούμενος του, ο Τζον Χάρντινγκ, που δήλωσε ενώπιον δικαστών ότι ο Ρος του είχε εξομολογηθεί στο κελί τους ότι όντως διέπραξε το έγκλημα, κάτι το οποίο δεν αποδείχτηκε ποτέ. Η υπόθεση της ποινικής δίωξης ήταν ότι η 12χρονη Άλμα είχε επιλέξει να απολαύσει ένα ποτό στο μπαρ του Ρος αντί να παραλάβει το πακέτο για τη θεία της και είχε παραμείνει εκεί συναινετικά από τις 3:00 μ.μ. έως τις 6:00 μ.μ., οπότε και ο μεθυσμένος ιδιοκτήτης του μπαρ τη βίασε και τη σκότωσε. Επίσης, παρουσιάστηκαν ιατροδικαστικά στοιχεία από την τριχόμπαλα που βρέθηκε στο σπίτι του Ρος. Οι αρχές υποστήριξαν ότι άνηκε στη 12χρονη, κάτι που πολλά χρόνια αργότερα διαψεύστηκε από τον εγκληματολόγο και κυβερνητικό αναλυτή, Τσαρλς Πράις, ο οποίος συνέλεξε και μελέτησε το κουβάρι, βγάζοντας συμπέρασμα ότι τα μαλλιά ήταν ανάμεικτα και σε καμία περίπτωση δεν άνηκαν στη μικρή κοκκινομάλλα καθώς ήταν πιο λεπτά και πιο ξανθά.

Αν και ο δικηγόρος του Ρος διαμαρτυρήθηκε και ζήτησε επανεξέταση των στοιχείων, το δικαστήριο έκρινε τον κατηγορούμενο ένοχο και τον καταδίκασε σε θάνατο διά απαγχονισμού. Το δικαστήριο επηρεάστηκε σαφώς από την κοινή γνώμη που στο πρόσωπο του Ρος είδε τον φονιά του μικρού κοριτσιού.

Οι εκπρόσωποι του Ρος προσπάθησαν να κάνουν έφεση, φτάνοντας μέχρι το Συμβούλιο Privy της Αγγλίας αλλά δεν κατάφεραν απολύτως τίποτα. Την παραμονή της εκτέλεσης του, ο Ρος έλαβε μια επιστολή από έναν άνθρωπο ο οποίος δεν είχε δώσει το όνομά του, αλλά αναγνώρισε ότι σκότωσε την Άλμα και, αν και παραδεχόταν την  ενοχή του, δεν ήταν πρόθυμος να εμφανιστεί καθώς θα προκαλούσε θλίψη στην οικογένειά του. Ο δικηγόρος του Ρος έγραψε αργότερα πως πίστευε ότι η επιστολή θα μπορούσε να είναι αυθεντική και πολύ πιθανόν να είχε γραφτεί από τον πραγματικό δολοφόνο.



Η εκτέλεση.

Ο Κόλιν Κάμπελ Ρος θα οδηγούνταν στην κρεμάλα στις 24 Απριλίου 1922 και θα πέθαινε με έναν ιδιαίτερα οδυνηρό τρόπο. Οι Αρχές αποφάσισαν να δοκιμάσουν για πρώτη φορά ένα σχοινί 4 ράβδων και όχι την τυπική ευρωπαϊκή θηλιά με τις 3 ράβδους. Το αποτέλεσμα ήταν ο δύστυχος Ρος να μην πεθάνει ακαριαία, αφού ο λάρυγγας του δεν ήταν εντελώς κομμένος. Πέθανε αφού πρώτα υπέμεινε ανατριχιαστικές συσπάσεις και λιποθύμησε 3 φορές. Ένα τέτοιο σχοινί δε θα χρησιμοποιούνταν ποτέ ξανά.


Το 2008, ογδόντα έξι δηλαδή χρόνια μετά τη δολοφονία της Άλμα, έλαβε χάρη μετά θάνατον για το αδίκημα που δεν έπραξε ποτέ. Η δικαιοσύνη έκανε τη δουλειά της αλλά ο πραγματικός δράστης δε βρέθηκε ποτέ. Το 2010 τα λείψανα του Ρος βρέθηκαν και δόθηκαν στην οικογένεια του για ταφή, εξαγνίζοντας το δύστυχο Αυστραλό έστω και μετά την εκτέλεσή του.


 Αντώνης Καρατζής

* Οι φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στο άρθρο δεν αποτελούν πνευματική μας ιδιοκτησία, πηγή: google.com

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

«Sentinel: το νησί του Ινδικού Ωκεανού που όποιος ξένος τολμήσει να το πλησιάσει, δολοφονείται από τους ιθαγενείς.»

«Sentinel, το νησί του Ινδικού Ωκεανού που δεν έχει τολμήσει να προσεγγίσει κανένας ξένος αφού οι ντόπιοι έχουν αποφασίσει ότι δεν επιθυμούν να έρθουν σε επαφή με κανένα. Όποιος το πλησιάζει δολοφονείται από τους ιθαγενείς.»


Χωρίς καμία αμφιβολία, το όμορφο εξωτικό νησί του Βορείου Σεντινέλ είναι κατοικημένο από την πιο εχθρική φυλή στον κόσμο, η οποία ζει απομονωμένη εδώ και 60.000 χρόνια, δίχως να επιθυμεί να έρθει σε επαφή με τον έξω κόσμο. Δεν υπάρχουν πολλές μαρτυρίες επαφής των ξένων με τους ντόπιους, αφού πολύ απλά ελάχιστοι είναι αυτοί που πλησίασαν το νησί και γύρισαν ζωντανοί να αναφέρουν τι αντίκρισαν.

Σύμφωνα με πληροφορίες της Ινδικής κυβέρνησης, η φυλή που κατοικεί στο νησί αποτελείται από δεκάδες ή εκατοντάδες κυνηγούς ή τροφοσυλλέκτες, οι οποίοι ζουν όπως ακριβώς ζούσαν και οι πρόγονοί τους χιλιάδες χρόνια πριν. Δεν επιθυμούν να έχουν σχέσεις με κανέναν είτε αυτός είναι ψαράς, είτε έμπορος είτε αξιωματούχος. Η επίμονη τακτική των ανθρώπων αυτών έχει κάνει την Ινδία, η χώρα στην οποία θεωρητικά ανήκει το νησί, να αποκλείσει τη συγκεκριμένη περιοχή και να απαγορεύσει την προσέγγιση πλεούμενων σε απόσταση μικρότερη των τριών μιλίων. Το ασιατικό κράτος πήρε την απόφαση αυτή αφού κάθε καταγεγραμμένη επαφή των ιθαγενών με ξένους είχε ολέθρια αποτελέσματα με αποκορύφωμα το φόνο δύο ψαράδων το 2006. Τους έχει αφήσει να ζήσουν όπως εκείνοι επιθυμούν και απλά παρατηρούν από ασφαλή απόσταση και διακριτικά τα τεκταινόμενα.




Οι πρώτες προσπάθειες προσέγγισης.

Η πρώτη καταγεγραμμένη επαφή των κατοίκων με ξένους ήταν με τους Βρετανούς άποικους το μακρινό 1867, οπότε ένας αξιωματούχος της Βρετανίας  ονόματι Jeremiah  Homfray ταξίδεψε στο νησί αναζητώντας κάποιους εγκληματίες που είχαν ξεφύγει από το κοντινό Port Blair. Όπως ανέφερε αργότερα στην αστυνομία, είδε 10 άνδρες γυμνούς με βέλη και τόξα να ψαρεύουν. Όταν το πλοίο του Homfray έγινε αντιληπτό δέχθηκε επίθεση και αποφάσισε να μην πλησιάσει κι άλλο.

Το καλοκαίρι του ίδιου έτους ένα ινδικό εμπορικό πλοίο, η «Νινευή», προσάραξε σε κάποιο ύφαλο του νησιού. 86 επιβάτες και 20 επιπλέον άτομα πλήρωμα κατέβηκαν με ασφάλεια στο νησί. Την τρίτη μέρα όμως δέχθηκαν κι αυτοί επίθεση. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο καπετάνιος που τους είδε να επιτίθενται από μακριά με τα βέλη «Ήταν ολόγυμνοι, έβγαζαν κραυγές και η άκρη κάθε βέλους ήταν φτιαγμένη από σίδηρο». Ο ίδιος σώθηκε φεύγοντας με μια λέμβο του πλοίου και οι επιζήσαντες της προσάραξης, αλλά και της επίθεσης διεσώθησαν μερικές μέρες αργότερα όταν το Βασιλικό Ναυτικό έστειλε βοήθεια.

Έπειτα από 13 χρόνια, το 1880 μια εξερευνητική αποστολή με αρχηγό τον εικοσάχρονο Maurice Portman κατάφερε να φτάσει και να μείνει στην ακτή του νησιού αρχίζοντας να ψάχνει τρόπους να προσεγγίσει τους ιθαγενείς. Αυτή είναι και η πιο επιτυχημένη προσπάθεια επαφής με τους κατοίκους του νησιού. Ο Πόρτμαν πραγματικά τα κατάφερε και βρήκε μια οικογένεια. Κατέγραψε τη διατροφή τους και μερικές από τις συνήθειές τους παρομοιάζοντάς τες με αυτές των Αβοριγίνων της Αυστραλίας. Ύστερα τους πήρε μαζί του στην Ινδία, στο Port Blair. Οι γονείς πέθαναν μάλλον από κάποια αρρώστια καθώς δεν είχαν ξαναέρθει σε επαφή με άλλα άτομα και συνεπώς με άλλες ασθένειες για να αναπτύξουν αντισώματα. Τα 4 παιδιά όμως έζησαν και γύρισαν με πολλά δώρα στο νησί. Ο Πόρτμαν έπειτα από την έκρηξη του κοντινού ηφαιστείου Κρακατόα επισκέφτηκε το νησί άλλες δυο φορές θέλοντας να είναι σίγουρος ότι οι κάτοικοι δεν αφανίστηκαν από κάποιο τσουνάμι. Αφού δεν βρήκε κανένα, υπέθεσε ότι οι ντόπιοι θα έχουν αποσυρθεί στην ενδοχώρα του νησιού, τους άφησε δώρα και τρόφιμα στην παραλία έφυγε και δεν ξαναγύρισε ποτέ.



Οι επαφές τον 20ο αιώνα.

Εφόσον οι Βρετανοί δεν κατάφεραν τίποτα σπουδαίο ήταν η σειρά των Ινδών να προσπαθήσουν στέλνοντας το Μάρτη του 1967 μια αποστολή με επικεφαλή τον ανθρωπολόγο Triloknath Pandit που θα προσπαθούσε να κάνει μια μεγάλη εξερεύνηση στο νησί. O Πάντιτ, εκτός από δώρα, θα είχε και συνοδεία αστυνομίας καθώς και αξιωματικούς του Ινδικού πολεμικού ναυτικού οπλισμένους με υπερσύγχρονα όπλα και φλογοβόλα. Κατά τη διάρκεια της αποστολής οι κάτοικοι αποσύρθηκαν στην ενδοχώρα και δεν υπήρξε καμία επαφή. Έφυγαν μερικές μέρες αργότερα αφήνοντας δώρα, καπέλα, ρούχα, λουλούδια, γλυκά καθώς και μερικά τόξα.

Τα επόμενα χρόνια υπήρξαν επιθέσεις των Σεντινελέζων προς δυο εμπορικά πλοία τα οποία προσάραξαν στο νησί το 1977 και το 1981. Οι αποστολές της Ινδίας για την αναζήτηση επιζώντων έπεσαν στο κενό αφού βρήκαν μόνο τα γυμνά σκαριά των πλοίων. Φαίνεται πως οι ναυτικοί ήρθαν αντιμέτωποι με τους ντόπιους και οι συνέπειες ήταν ολέθριες για αυτούς.

Το 1980 έγινε μια ακόμη προσπάθεια και πάλι από μια ομάδα ανθρωπολόγων που ήθελε να επικοινωνήσει μαζί τους. Πήρε λοιπόν μερικούς κατοίκους από τα γύρω νησιά και φυσικά μερικούς ένοπλους φρουρούς και έφτασε στο νησί. Οι προσπάθειες όμως δεν απέφεραν και πάλι καρπούς αφού κανείς δε μπορούσε να καταλάβει την ντοπιολαλιά τους. Η επικοινωνία τους ήταν σύντομη και έλαβε χώρα κάτω από εχθρικό κλίμα.


Αυτή θα ήταν και η τελευταία επίσημη προσπάθεια κάποιων ξένων να έρθουν σε επαφή με αυτούς τους ανθρώπους. Ξέρουμε επίσης ότι οι Σεντινελέζοι κατάφεραν να επιβιώσουν από το φονικό τσουνάμι του 2004 που έπληξε και το νησί τους. Γνωρίζουμε ότι είναι ζωντανοί καθώς όταν ένα ελικόπτερο που τους μετέφερε προμήθειες δέχτηκε βροχή από βέλη κατά τη διάρκεια της προσγείωσής του στο νησί.

Ένα πράγμα λοιπόν είναι κατανοητό. Ένας πληθυσμός που ζει απομονωμένος από την λίθινη εποχή, έχει καταφέρει να μείνει ζωντανός από μεγάλες φυσικές καταστροφές και να παραμείνει αυτάρκης χωρίς να μας έχει ιδιαίτερη ανάγκη. Κανείς δε μπορεί να κατηγορήσει τους Σεντινελέζους που έχουν αποφασίσει πως μπορούν κι από μόνοι τους, χωρίς τη βοήθειά μας, και αυτό η Ινδία, της οποίας θεωρητικά αποτελεί κομμάτι το έχει σεβαστεί απόλυτα.


Στο παρακάτω λινκ θα βρείτε ένα βίντεο που αφορά αυτούς τους ανθρώπους με μερικές πτυχές της ζωής τους.


Αντώνης Καρατζής

* Οι φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στο άρθρο δεν αποτελούν πνευματική μας ιδιοκτησία, πηγή: google.com

Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

Aurora Mardiganian: η επιζήσασα από τη γενοκτονία των Αρμενίων!

Aurora Mardiganian, η επιζήσασα από τη γενοκτονία των Αρμενίων, της οποίας η ζωή κατεγράφη σε βιβλίο και έγινε και ταινία με πρωταγωνίστρια και παραγωγό την ίδια. Η ταινία της έφερε στο φως άγνωστες πτυχές των γεγονότων του 1915 στην Οθωμανική αυτοκρατορία και φανέρωσε το μέγεθος της καταστροφής ενός ολόκληρου λαού.


Το κοριτσάκι της παραπάνω φωτογραφίας ονομάζεται Ορόρα Μαρντιγκανιάν και ήταν η αυτόπτης μάρτυρας που διηγήθηκε όσα έζησε όταν συνελήφθη από τους Τούρκους.

Η Ορόρα γεννήθηκε το 1901 στο Τσεμισγκεζέκ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κοντά στην πόλη του Χαρπούτ, και καταγόταν από εύπορη οικογένεια αρμενικής καταγωγής. Κατά τη διάρκεια των εκκαθαρίσεων που άρχισαν στις 24 Απριλίου του 1915 η οικογένειά της σκοτώθηκε και η ίδια αφού εξαναγκάστηκε από τους Οθωμανούς να περπατήσει ξυπόλυτη σε μια πεζοπορία 1.400 μιλίων μέσα στην έρημο, πουλήθηκε ως σκλάβα στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολίας.


Η Ορόρα όμως κατάφερε και απέδρασε. Διέφυγε στην Τιφλίδα της Γεωργίας, όπου έμεινε στο σπίτι ενός Αρμένιου μετανάστη. Από εκεί πέρασε στη Ρωσία και έφτασε μέχρι το Πέτρογκραντ, τη σημερινή Αγία Πετρούπολη και έπειτα στη Νορβηγία και στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Όταν έφτασε στη Νέα Υόρκη, την προσέγγισε ένας νεαρός σεναριογράφος που τη βοήθησε να γράψει το βιβλίο με τη βιογραφία της «Ravished Armenia», αλλά και να γυρίσει τα γεγονότα της αρμενικής γενοκτονίας σε ταινία, η οποία δημιουργήθηκε το 1919 με πρωταγωνίστρια την ίδια. Στην ταινία απεικονίζονται σοκαριστικές σκηνές με τη θανάτωση πολλών κοριτσιών, τα οποία βιάστηκαν και σταυρώθηκαν από τους Τούρκους. Λέγεται ότι όσο και να προσπάθησαν σκηνοθέτες, πρωταγωνιστές και σεναριογράφοι να αποδώσουν τις τρομερές εικόνες των σφαγών, η πραγματικότητα ξεπερνούσε κάθε φαντασία. Τα «φτωχά» κινηματογραφικά μέσα της εποχής δεν μπορούσαν να αποτυπώσουν 100% τις περιγραφές της Ορόρα στη μεγάλη οθόνη. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή των δεκάξι σταυρωμένων κοριτσιών που φαίνεται στην παρακάτω φωτογραφία.


Η Ορόρα παντρεύτηκε και πέρασε την υπόλοιπη ζωή της στο Λος Άντζελες, όπου εκτός των άλλων συμμετείχε σε άπειρες ομιλίες περί της γενοκτονίας για να μπορέσει η κοινή γνώμη να σχηματίσει άποψη.

Πέθανε στις 6 Φεβρουαρίου 1994 σε ηλικία 93 ετών.


Βραβεία Ορόρα.

Προς τιμήν της καθιερώθηκαν τα βραβεία Ορόρα το 2015 από τους επιζώντες της γενοκτονίας, που δίνονται κάθε 24 Απριλίου, ημέρα ανάμνησης των γεγονότων στο Γιερεβάν της Αρμενίας, σε ανθρώπους που οι πράξεις τους έχουν ως αποτέλεσμα τη σωτηρία της ανθρώπινης ζωής και αποτελούν παραδείγματα για όλους μας.


Αντώνης Καρατζής