Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2019

Η σιωπή δεν είναι πάντα χρυσός!




Η κοπέλα στην φωτογραφία ήταν η Sylvia Likens. Η Sylvia πέθανε 26 Οκτωβρίου 1965, σε ηλικία μόλις 16 ετών, και η αιτία θανάτου της ήταν ακραία κακοποίηση που υπέστη από την γυναίκα στην οποία είχαν εμπιστευτεί την επιμέλειά της.

Η Sylvia γεννήθηκε στις Η.Π.Α., στην πολιτεία της Indiana, και ήταν το τρίτο από τα πέντε παιδιά του Lester Likens και της συζύγου του Elizabeth. Καθώς οι γονείς της δούλευαν σε θίασο ο οποίος ταξίδευε σε διάφορα πανηγύρια της χώρας, κι επειδή δεν ήθελαν οι μικρές κόρες τους να ταξιδεύουν μαζί τους για την δική τους ασφάλεια αλλά και για να μην χάνουν μαθήματα στο σχολείο, ο πατέρας τους εμπιστεύτηκε την επιμέλεια της τότε 16χρονης Sylvia και της 15χρονης αδερφής της Jenny, στην Gertrude Baniszewski, μητέρα δύο κοριτσιών με τις οποίες η Sylvia και η Jenny έκαναν παρέα στο σχολείο.

Οι συνθήκες που επικρατούσαν στο σπιτικό της Gertrude Baniszewski απείχαν κατά πολύ από ιδανικές. Η Baniszewski είχε συνάψει τρεις γάμους στο παρελθόν της (ο πρώτος κι ο τρίτος ήταν με τον ίδιο άντρα) οι οποίοι κατέληξαν σε διαζύγιο, καθώς και μια σχέση μετά το τρίτο διαζύγιο η οποία είχε άσχημο τέλος καθώς ο σύντροφός της την παράτησε. Ως εκ τούτου η ίδια κατέληξε να ζει μόνη της με τα επτά (συνολικά) παιδιά που απέκτησε από τους γάμους και την σχέση της, αδυνατώντας συχνά να ισορροπήσει οικονομικά. Το πρόβλημα φαινόταν από την αρχή, καθώς λόγω της άσχημης οικονομικής κατάστασης δεν υπήρχαν ούτε αρκετά κρεβάτια για όλα τα μέλη του σπιτιού, ούτε καν αρκετά κουτάλια. Ωστόσο ο πατέρας της Sylvia είχε δηλώσει ότι γενικά φρόντιζε να σέβεται την ιδιωτική ζωή των συνανθρώπων του και γι’ αυτό δεν είχε προβεί σε έλεγχο του περιβάλλοντος όπου θα έμεναν οι κόρες του. Πρώτο σφάλμα που του κόστισε στο τέλος, αλλά θα επανέλθουμε αργότερα σε αυτό το γεγονός.

Τις πρώτες μέρες του Ιουλίου του 1965 ο Lester συμφώνησε με την Gertrude να αναλάβει η τελευταία την επιμέλεια της Sylvia και της Jenny, με αντάλλαγμα 20 δολαρίων την εβδομάδα (ικανό ποσό για την δεκαετία του ’60) μέχρι τον Νοέμβριο που θα επέστρεφε με την σύζυγό του για να τις πάρουν πίσω στο σπίτι τους. Οι πρώτες εβδομάδες κύλησαν ομαλά, με την Sylvia να είναι υπόδειγμα παιδιού, βοηθώντας στο σπίτι με της δουλειές και φροντίζοντας τόσο η ίδια όσο και η αδερφή της να μην επιβαρύνουν την Gertrude. Με τον καιρό όμως οι εβδομαδιαίες πληρωμές των 20 δολαρίων άρχισαν να καθυστερούν, όχι βέβαια παραπάνω από 1-2 μέρες, ωστόσο αυτό ήταν αρκετό για να ξεκινήσει η Gertrude να επιβάλλει «πειθαρχία», όπως το αποκαλούσε η ίδια. Βέβαια ο πραγματικός κύριος λόγος, σύμφωνα με ψυχολόγους οι οποίοι μελέτησαν την υπόθεση, φαίνεται να είναι η ζήλια που έτρεφε η Gertrude για την ομορφιά της Sylvia. Παράλληλα, λόγω της υγείας της Jenny η οποία είχε προσβληθεί από πολιομυελίτιδα με αποτέλεσμα το ένα της πόδι να είναι πιο αδύναμο και να φοράει δεκανίκι, η Sylvia παρακάλεσε την Gertrude να δέρνει μόνο την ίδια και όχι την αδερφή της.

Από τη στιγμή που έγινε η αρχή, η κατάσταση γινόταν σταδιακά χειρότερη για την Sylvia. Σε πρώτο στάδιο η Gertrude την ξυλοκοπούσε αλύπητα. Σιγά-σιγά κατάφερε να χειραγωγήσει και να στρέψει και τα παιδιά της (ξεκινώντας από την μεγάλη της κόρη, την 17χρονη Paula) εναντίον της Sylvia, λέγοντάς τους ψέματα ότι δήθεν η Sylvia διέδιδε φήμες προσβλητικές τόσο για την ίδια (την Gertrude) όσο και για τα υπόλοιπα παιδιά. Με τον καιρό η Sylvia αποτελούσε πλέον θύμα όλης της οικογένειας, η οποία συχνά εξανάγκαζε και την Jenny να ξυλοκοπεί την ίδια της την αδερφή (με την Jenny επίσης να δέχεται ξυλοδαρμό αν δεν υπάκουγε). Στα επόμενα στάδια, τα βασανιστήρια που υφίστατο η Sylvia χειροτέρευσαν: κλείδωμα στο υπόγειο (συχνά χωρίς ρούχα, δεμένη και φιμωμένη) να κοιμάται σε ένα βρώμικο στρώμα, στέρηση φαγητού, νερού και χρήσης του μπάνιου, ψυχολογικός εξευτελισμός της καθώς η Gertrude την αποκαλούσε διαρκώς πόρνη (και φρόντιζε να το διαδίδει στην περιοχή), πρόκληση εγκαυμάτων από τσιγάρα που της έσβηναν στο σώμα (καθώς και ένα περιστατικό όπου η Gertrude με την βοήθεια των παιδιών της μάρκαρε την κοιλιά της Sylvia με την πρόταση «IM A PROSTITUTE AND PROUD OF IT» χρησιμοποιώντας μια πυρωμένη βελόνα), χτυπήματα στο κεφάλι αλλά και στην κοιλιά με βαριά αντικείμενα (αρκετά συχνά ο σύντροφος της Paula χρησιμοποιούσε την Sylvia ως ανδρείκελο για προπόνησή του στο τζούντο, χτυπώντας την ανελέητα και πετώντας την με δύναμη στον τοίχο), και η λίστα συνεχίζεται. Με τον καιρό η Gertrude φρόντισε να «στρατολογήσει» και άλλα παιδιά της γειτονιάς, προσκαλώντας τα στο σπίτι της και χρεώνοντας πέντε σεντς για το καθένα προκειμένου να συμμετέχουν κι αυτά στον ξυλοδαρμό και εξευτελισμό της Sylvia.

Εν τέλει την 26η Οκτωβρίου 1965, τρεις μήνες από τότε που τα κορίτσια μετακόμισαν στο σπίτι της Gertrude, η Sylvia υπέκυψε στα τραύματα που προκλήθηκαν από την διαρκή και βίαιη κακοποίησή της. Τη στιγμή που ανακάλυψαν ότι η Sylvia έπαψε να αναπνέει και κατόπιν αποτυχημένων προσπαθειών να την επαναφέρουν, η Gertrude διέταξε ένα από τα παιδιά της να πάρει τηλέφωνο και να ειδοποιήσει την αστυνομία. Όταν ήρθε η αστυνομία στο σπίτι, η Gertrude τους οδήγησε στο υπόγειο όπου βρισκόταν η Sylvia και τους παρέδωσε ένα γράμμα το οποίο είχε αναγκάσει την Sylvia να γράψει για τους γονείς της λίγο καιρό πριν και με το οποίο η Sylvia δήθεν ομολογούσε ότι το έσκασε από το σπίτι με μια συμμορία εφήβων της περιοχής, με τους οποίους δήθεν είχε συμφωνήσει να έλθει σε συνουσία, και οι οποίοι δήθεν της προκάλεσαν τα φρικιαστικά βασανιστήρια τα οποία υπέστη (συμπεριλαμβανομένου του μαρκαρίσματός της με την προαναφερθείσα πρόταση), υποστηρίζοντας ότι τόσο η ίδια (η Gertrude) όσο και τα παιδιά της βρήκαν έτσι την Sylvia και την περιέθαλπαν επί μία ώρα πριν η Sylvia υποκύψει στα τραύματα. Ωστόσο πριν ο αστυνομικός διαβάσει το γράμμα, η Jenny τον πλησίασε και του ψιθύρισε «Πάρτε με από δω και θα σας τα πω όλα!».

Σύμφωνα με την ιατροδικαστική εξέταση, το σώμα της Sylvia ήταν καλυμμένο από πληγές, μώλωπες, κοψίματα και εγκαύματα που προκλήθηκαν από τσιγάρα, σπίρτα και διάφορα αιχμηρά αντικείμενα. Ξεπερνούσαν σε συνολικό αριθμό τα εκατό. Αρκετές περιοχές του σώματος της ήταν σχεδόν γδαρμένες, κάποια από τα δόντια της ήταν σπασμένα, ενώ κατά την ιατροδικαστική εξέταση διαπιστώθηκε πως ολόκληρη η περιοχή του κόλπου της ήταν πρησμένη και φρικτά μωλωπισμένη από πολλαπλά χτυπήματα. Ως αιτία θανάτου προσδιορίστηκε η εσωτερική αιμορραγία που προήλθε από πολλαπλές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, καθώς και ο σοβαρός υποσιτισμός.

Έρχομαι λοιπόν με ένα ερώτημα το οποίο είναι απόλυτα λογικό να τριγυρίζει στο μυαλό όποιου διαβάζει την ιστορία, όπως και στο δικό μου την πρώτη φορά που την διάβασα: δεν βρέθηκε κανείς να βοηθήσει; Μιλάμε για διάστημα τριών μηνών, κατά το οποίο η Sylvia κυκλοφορούσε έξω και πήγαινε σχολείο φέροντας πολλαπλά τραύματα. Με τόσα παιδιά της γειτονιάς συμμετείχαν στην κακοποίησή της, η ιστορία είχε βγει έξω από τους τοίχους του σπιτιού.

Μέχρι ένα σημείο, για την έλλειψη βοήθειας προς την Sylvia ευθυνόταν η ίδια η Gertrude, η οποία φρόντιζε να καλύπτει τα νώτα της. Για παράδειγμα, όταν η μεγάλη τους αδερφή Diana Shoemaker προσπάθησε να επισκεφτεί τα κορίτσια στο σπίτι, η Gertrude αρνήθηκε να της επιτρέψει την είσοδο. Στη συνέχεια η Diana κρύφτηκε κοντά στο σπίτι και μόλις πέτυχε την Jenny προσπάθησε να της μιλήσει, ωστόσο η Jenny έντρομη απάντησε ότι θα βρει τον μπελά της αν μιλήσει, κι έφυγε. Η Diana, υποψιασμένη πλέον κατήγγειλε το συμβάν στους κοινωνικούς λειτουργούς της περιοχής, με αποτέλεσμα μια κοινωνική λειτουργός να επισκεφτεί το σπίτι της Gertrude. Η Gertrude είπε ότι η Sylvia το είχε σκάσει από το σπίτι, με αποτέλεσμα η κοινωνική λειτουργός να επιστρέψει στην υπηρεσία και να σημειώσει ότι δεν χρειάζονταν περαιτέρω κλήσεις στο σπίτι της Gertrude, μη γνωρίζοντας ότι το κορίτσι που έψαχνε ήταν δεμένο και φιμωμένο στο υπόγειο του σπιτιού κατά την επίσκεψη. Επίσης, η Gertrude και τα παιδιά της, όταν βασάνιζαν την Sylvia, φρόντιζαν να την φιμώνουν τοποθετώντας ένα κομμάτι ύφασμα στο στόμα της ώστε να μην μπορεί να ουρλιάξει και να ακουστεί παραέξω.

Ωστόσο ο άλλος λόγος, ο οποίος αποτελούσε συχνότερο φαινόμενο, ήταν η αδιαφορία του εξωτερικού περιβάλλοντος. Αρχικά το πρώτο σημάδι αδιαφορίας δόθηκε από τον πατέρα, όταν δήλωσε ότι σέβεται την ιδιωτική ζωή των συνανθρώπων του και δεν προέβη σε εκτενή έλεγχο του περιβάλλοντος όπου θα ζούσαν οι κόρες του. Στη συνέχεια, όταν η κακοποίηση της Sylvia άρχισε να γίνεται συνεχής, τα κορίτσια είχαν καταφέρει να στείλουν γράμμα στην μεγάλη τους αδερφή Diana, η οποία πλέον είχε παντρευτεί κι αποκτήσει δική της οικογένεια, στο οποίο γράμμα περιέγραφαν με λεπτομέρεια τις κακουχίες που βίωναν. Η Diana αγνόησε το γράμμα γιατί πίστεψε ότι τα κορίτσια υπερέβαλαν στις περιγραφές τους προκειμένου να την πείσουν να μείνουν μαζί της. Όταν βέβαια υποψιάστηκε ότι τελικά δεν ήταν ψέματα όλα αυτά, όπως αναφέρω αμέσως παραπάνω, είχε πλέον χαθεί πολύς χρόνος. Περαιτέρω, ένα από τα παιδιά της γειτονιάς που είχε επισκεφτεί το σπίτι της Gertrude κι ήταν μάρτυρας της κακοποίησης της Sylvia είχε αναφέρει στους γονείς του ότι «την Sylvia την δέρνουν και την κλωτσάνε», για να του απαντήσουν οι γονείς ότι «έτσι γίνεται όταν ένα παιδί δεν συμπεριφέρεται σωστά». Ένα τρίτο παράδειγμα αποτελούσαν οι γείτονες του διπλανού σπιτιού, ο Raymond και η Phyllis Vermillion. Σε ένα μπάρμπεκιου που το ζεύγος Vermillion είχε οργανώσει για τους γείτονές του, η Phyllis παρατήρησε ότι η Sylvia είχε ένα μαυρισμένο μάτι, και η Paula (η μεγάλη κόρη της Gertrude) δήλωσε περήφανα ότι η ίδια το προκάλεσε. Στη συνέχεια, κι ενώ βρίσκονταν ακόμη στο μπάρμπεκιου, η Paula υπό την επιτήρηση της Gertrude πήρε ένα ποτήρι με καυτό νερό και το πέταξε στο πρόσωπο της Sylvia. Το ζεύγος Vermillion παρέλειψε ωστόσο να αναφέρει το συμβάν στις αρμόδιες αρχές. Ομοίως, σε μια επίσκεψη της Phyllis στο σπίτι της Gertrude, η πρώτη παρατήρησε την Sylvia να περιφέρεται σαν υπνωτισμένη με πρησμένα χείλη και με το μάτι μελανιασμένο και τόσο πρησμένο που είχε κλείσει. Προκειμένου να της δείξει πώς το προκάλεσε, η Paula πήρε μια ζώνη κι άρχισε να δέρνει την Sylvia μπροστά στην Phyllis, γεγονός που η Phyllis παρέλειψε άλλη μια φορά να αναφέρει στις αρμόδιες αρχές.

Πού θέλω εν τέλει να καταλήξω μετά από όλα αυτά που αναφέρω; Στο γεγονός ότι όταν γνωρίζουμε ότι υφίσταται κακοποίηση παιδιού (και όχι μόνο παιδιών, αλλά με το παρόν θα επικεντρωθώ σε αυτό), ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΕΝΟΥΜΕ ΜΕ ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ! Το θύμα πολύ συχνά έως σχεδόν πάντα δεν δύναται να αντιδράσει, και αν δεν κάνει κανείς τίποτα, το τελικό αποτέλεσμα είναι αναπόφευκτο. Υπάρχει βέβαια και ο αντίλογος ότι μπορεί αυτό να δυσχεράνει την θέση του θύματος κακοποίησης, και συμφωνώ ότι είναι ρίσκο. Συγκεκριμένα είναι ρίσκο το οποίο δικαίως μπορεί να αποτρέψει κάποιον από το να επέμβει. Είδαμε εξάλλου ότι και στην εν λόγω ιστορία, η Gertrude μια χαρά κατάφερε να παραπλανήσει όσους ενδιαφέρθηκαν, απόδειξη ότι είναι πραγματικά πολύ λεπτή η γραμμή που διαχωρίζει αν πρέπει ή όχι να παρέμβει τρίτος.

Από την άλλη πλευρά όμως υπάρχουν και εκείνοι που, ενώ κάποιες καταστάσεις είναι πασιφανείς, η αντίδρασή τους είναι «Πού να μπλέκεις τώρα…». Ο κόσμος συχνά θέλει την ησυχία του. Μετά όμως τα ίδια αυτά πρόσωπα θα βγουν και θα πουν «Ναι, ακούγαμε φωνές ή βλέπαμε τα σημάδια» και η απάντηση που αρμόζει είναι «Και τι κάνατε γι’ αυτό;», ιδίως όταν σε κάποιες περιπτώσεις αποδεικνύεται ότι αν κάποιος είχε παρέμβει θα μπορούσε να έχει σωθεί το θύμα.

Κατ’ αρχάς, και για να πιάσω το θέμα με βάση την ιστορία, όταν πρόκειται για τα παιδιά μας ΔΕΝ υπερτερεί κανένας σεβασμός προς την ιδιωτική ζωή του άλλου! Ο κάθε γονιός που εμπιστεύεται σε άλλον τα παιδιά του, για όσο καιρό κι αν είναι, έχει κάθε δικαίωμα να δει σε τι περιβάλλον θα τα αφήσει. Δεν πειράζει να τον πουν παρανοϊκό, δεν έχει καμία σημασία, και δεν θα πρέπει να ενδιαφέρει τον ίδιο. Ο γονιός οφείλει να βεβαιώνεται, στον βαθμό που αυτό είναι δυνατό, ότι τα παιδιά του θα είναι ασφαλή. Κι αν δει κάτι που δεν του αρέσει, έστω κι αν είναι ένα μικρό και φαινομενικά ασήμαντο στοιχείο, είναι προτιμότερο να φανεί «παρανοϊκός» από το να το αγνοήσει. Όταν πρόκειται για το ίδιο του το παιδί, η εικόνα που θα δείξει προς τα έξω δεν παίζει κανένα ρόλο.

Συνεχίζοντας στην ίδια βάση, όταν αντιλαμβανόμαστε κάτι, το αναφέρουμε. Δεν επαναπαυόμαστε. Καταλαβαίνω και δεν βγάζω την ουρά μου απέξω ως προς το να μην κινητοποιούμε κανέναν όταν έχουμε απλά υπόνοιες χωρίς καμία βεβαιότητα, γιατί όντως μπορεί να κάνουμε λάθος ή μπορεί να κάνουμε χειρότερη την κατάσταση. Δεν είναι ασυνήθιστο, στην περίπτωση που δεν κάνουμε λάθος, ο θύτης να μην παθαίνει καμία ζημία αν δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία, και αντιθέτως να φροντίζει να καλύπτει καλύτερα τα νώτα του με αποτέλεσμα το θύμα να υποφέρει χειρότερα, όπως είδαμε τι συνέβη στην ιστορία όταν έγινε καταγγελία βάσει υποψίας και μόνο.

Τι γίνεται όμως όταν όμως είμαστε μάρτυρες; Όταν για παράδειγμα τα περιστατικά αυτά διαδραματίζονται στην διπλανή πόρτα και ακούμε διαρκώς τα πάντα; Όταν είμαστε κι οι ίδιοι αυτόπτες μάρτυρες; Αν δηλαδή στην ιστορία αυτή η μεγάλη αδερφή των κοριτσιών είχε κινητοποιηθεί έγκαιρα, αν οι γείτονες δεν είχαν αγνοήσει τα λόγια του παιδιού τους όσον αφορά την κακοποίηση της Sylvia λέγοντας ότι «έτσι γίνεται όταν ένα παιδί δεν συμπεριφέρεται σωστά», και κυρίως αν η γειτόνισσα που ήταν αυτόπτης μάρτυρας τόσο της κακοποίησης της Sylvia από την Paula όσο και της ομολογίας της Paula ότι εκείνη προκάλεσε τα τραύματα που είχε η Sylvia, εκεί πλέον θα μπορούσαν να έχουν κινητοποιηθεί οι αστυνομικές αρχές κατά της Paula και της Gertrude, μη δίνοντας στην Gertrude την δυνατότητα να προλάβει να το καλύψει, και η Sylvia θα μπορούσε να είχε σωθεί ή έστω να έχει κερδίσει χρόνο προσωρινά ώστε να δραπετεύσει. Μπορεί και όχι. Δυστυχώς όμως αυτό δεν θα το μάθουμε ποτέ.

Ως προς το εάν όλα αυτά τα πρόσωπα αναλογίστηκαν τις συνέπειες των πράξεων ή παραλείψεών τους όταν έχασε τη ζωή της η Sylvia και αποκαλύφθηκε η φριχτή αλήθεια, δυστυχώς δεν το γνωρίζω. Αυτό που γνωρίζω όμως είναι ότι όταν ξέρουμε με απόλυτη βεβαιότητα και ακρίβεια ότι ένα πρόσωπο υφίσταται κακοποίηση και επιλέγουμε να σιωπήσουμε, τότε γινόμαστε, έστω και ηθικά, συνένοχοι στο έγκλημα. Το γνωστό σε όλους μας ρητό ορίζει ότι «Η σιωπή είναι χρυσός», αλλά όχι, σε τέτοιες περιπτώσεις ΔΕΝ είναι. Σε περιπτώσεις όπως αυτή της ιστορίας, η σιωπή είναι το μάρμαρο το οποίο έρχεται να επισφραγίσει τον άδικο χαμό μιας ζωής.

Σμαράγδα Θεοδωρίδου

Οι φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στο άρθρο δεν αποτελούν πνευματική μας ιδιοκτησία, πηγή: google.com.

Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2019

Ο κύκλος της ψυχής.


Το σημερινό άρθρο αποτελεί αφιέρωμα σε ένα τραγούδι το οποίο δεν βαριέμαι να το ακούω, κυρίως λόγω του μηνύματος που περνάει, όχι μόνο όπως το καταλαβαίνω εγώ αλλά όπως ερμηνεύτηκε κι από άλλους. Πρόκειται για το country τραγούδι «Highwayman», το οποίο ερμηνεύουν οι country τραγουδιστές Willie NelsonKris KristoffersonWaylon Jennings και φυσικά ο αξέχαστος Johnny Cash

Πριν μπούμε λοιπόν στο όλο νόημα, ας ακούσουμε πρώτα το τραγούδι. Όπως και σε προηγούμενα σχετικά μου άρθρα, από κάτω είναι οι στίχοι στα αγγλικά με την μετάφραση δίπλα, και το link για το τραγούδι βρίσκεται στο τέλος του άρθρου για όσους θέλουν να το ακούν παράλληλα.

«(Willie Nelson:)
I was a highwayman / Ήμουν ένας καβαλάρης-ληστής
Along the coach roads I did ride / Ταξίδευα στους δρόμους των καραβανιών
With sword and pistol by my side / Με σπαθί και πιστόλι δίπλα μου
Many a young maid lost her baubles to my trade / Πολλές νέες κοπέλες λήστεψα από τα μπιχλιμπίδια τους
Many a soldier shed his lifeblood on my blade / Πολλοί στρατιώτες έχυσαν το αίμα τους στην λεπίδα μου
The bastards hung me in the spring of twenty-five / Οι μπάσταρδοι με κρέμασαν την άνοιξη του ‘25
But I am still alive / Αλλά είμαι ακόμα ζωντανός.

(Kris Kristofferson:)
I was a sailor / Ήμουν ναύτης
I was born upon the tide / Γεννήθηκα στην παλίρροια
And with the sea I did abide / Και φρόντιζα να υπακούω την θάλασσα
I sailed a schooner round the Horn to Mexico / Αρμένιζα με μια σκούνα από την Γη του Πυρός στο Μεξικό
I went aloft and furled the mainsail in a blow / Ανέβηκα ψηλά όταν έπιασε αέρας για να μαζέψω το ιστίο
And when the yards broke off they said that I got killed / Κι όταν έσπασαν τα σκοινιά είπαν ότι σκοτώθηκα
But I am living still Αλλά εγώ ζω ακόμα.

(Waylon Jennings:)
I was a dam builder / Ήμουν κατασκευαστής φραγμάτων
Across the river deep and wide / Σε έναν ποταμό βαθύ και πλατύ
Where steel and water did collide / Όπου συγκρούονταν νερό με ατσάλι
A place called Boulder on the wild Colorado / Ένα μέρος ονόματι Boulder στο άγριο Κολοράντο
I slipped and fell into the wet concrete below / Γλίστρησα κι έπεσα στο υγρό τσιμέντο από κάτω
They buried me in that great tomb that knows no sound / Με έθαψαν σε εκείνον τον μεγάλο τάφο όπου δεν ακούγεται ήχος
But I am still around / Αλλά ακόμα τριγυρίζω εδώ
I’ll always be around and around and around and around and around / Και πάντα θα τριγυρίζωθα τριγυρίζωθα τριγυρίζωθα τριγυρίζω.

(Johnny Cash:)
I fly a starship Οδηγώ ένα διαστημόπλοιο
Across the Universe divide / Περνώντας το όριο του Σύμπαντος
And when I reach the other side / Και όταν φτάσω στην αντίπερα όχθη
I'll find a place to rest my spirit if I can / Θα βρω αν μπορώ ένα μέρος να αναπαύσω το πνεύμα μου
Perhaps I may become a highwayman again / Ίσως να ξαναγίνω ένας καβαλάρης-ληστής
Or I may simply be a single drop of rain / Ή μπορεί απλώς να είμαι μια μοναχή σταγόνα βροχής
But I will remain / Αλλά θα παραμείνω
And I'll be back again, and again and again and again and again Και θα επιστρέφω ξανάκαι ξανά και ξανά και ξανά και ξανά».

Όπως βλέπουμε, η ιστορία του τραγουδιού δεν είναι ακριβώς τέσσερις διαφορετικοί τύποι που λένε την ιστορία τους, αλλά ουσιαστικά είναι ο ίδιος τύπος ο οποίος μετενσαρκώνεται μετά από κάθε του θάνατο, ξεκινώντας από πολλές δεκαετίες πριν στην Άγρια Δύση, συνεχίζοντας ως ναύτης, μετά ως κατασκευαστής, μέχρι να φτάσει στο μέλλον όπου ψάχνει να βρει ένα μέρος να αναπαυτεί. Είχα βρει μάλιστα μια ερμηνεία όπου περιέγραφε ότι το όριο του Σύμπαντος που αναφέρει το τραγούδι («the Universedivide») είναι το σύνορο ανάμεσα στο φυσικό μας σύμπαν και το υπερπέραν.

Αυτό το τραγούδι λοιπόν δεν βαριέμαι ποτέ να του ακούω γιατί πραγματικά είναι υπέροχο το μήνυμα που περνάει περί μετενσάρκωσης και, κατά μια ευρύτερη έννοια, τον αέναο κύκλο της ζωής. Αν δηλαδή επεκτείνουμε κι άλλο το νόημά του, μπορούμε άνετα να δούμε κι έναν ευρύτερο συμβολισμό: η παρουσία μας στον κόσμο αυτό είναι διαρκής, και ουσιαστικά ποτέ δεν φεύγουμε από εδώ παρά μόνο «ανακυκλωνόμαστε» σε έναν ατελείωτο κύκλο.

Η γενικότερη αυτή έννοια μου θύμισε μια πραγματική ιστορία την οποία είχα μελετήσει αρκετά όταν ήμουν Β’ Λυκείου. Πρόκειται για μια υπόθεση εγκλήματος που διαπράχθηκε στις Η.Π.Α. (συγκεκριμένα, στην πολιτεία της Καλιφόρνια), όπου τα Χριστούγεννα του 2002 ένας άντρας σκότωσε την σύζυγό του, η οποία ήταν οκτώ μηνών έγκυος και στη συνέχεια πέταξε το πτώμα της στον Ειρηνικό. Μετά από μήνες εντατικών ερευνών της αστυνομίας και ενώ υπήρχαν σοβαρότατες ενδείξεις ότι ο σύζυγός της ήταν ο δολοφόνος, βρέθηκε και το πτώμα της κοπέλας μαζί με ενός εμβρύου, τα οποία, αν και δεν μπορούσε να γίνει ακριβής ταυτοποίηση λόγω της κατάστασης στην οποία βρέθηκαν, αποτέλεσαν και το καθοριστικό στοιχείο το οποίο οδήγησε στην σύλληψή του και στην επακόλουθη δίκη του. Στο αμερικάνικο σύστημα, η ενοχή ή αθωότητα του κατηγορουμένου αποφασίζεται από σώμα δώδεκα ενόρκων. Καιρό μετά την δίκη του συζύγου του θύματος (στην οποία κρίθηκε ένοχος κι έκτοτε αναμένει την θανατική ποινή), μία συγγραφέας η οποία ειδικευόταν σε υποθέσεις εγκλημάτων, στο πλαίσιο της έρευνάς της για την συγγραφή βιβλίου για την υπόθεση αυτή, είχε πάρει συνέντευξη από τους ενόρκους της εν λόγω δίκης. Αρκετοί από αυτούς ανέφεραν ότι την παραμονή ή την ημέρα της δίκης, και καθώς ήταν στον δρόμο για το δικαστήριο, εμφανίστηκε μια πασχαλίτσα στον καθένα τους και περπατούσε επάνω τους για λίγο πριν φύγει. Κατά τη συνεργασία της συγγραφέως με την μητέρα του θύματος, έμαθε ότι η πασχαλίτσα ήταν το αγαπημένο έντομο του θύματος. Αυτό το έμαθαν και οι ένορκοι, και ο καθένας με τον τρόπο του έλεγε ότι, όσο σαχλό κι αν ακουγόταν, ήταν σαν να εμφανίστηκε το θύμα μέσω του αγαπημένου της εντόμου για να τους δείξει ότι είναι εκεί και ότι πρέπει να αποδώσουν δικαιοσύνη για τον άδικο χαμό εκείνης και του αγέννητου παιδιού της.

Μπορεί όντως να ακούγεται σαχλό για μερικούς, αλλά αν αναλογιστούμε αφενός όλες τις θρησκείες σύμφωνα με τις οποίες η παρουσία μας υπάρχει διαρκώς στον κόσμο αυτό με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο, και αφετέρου δικές μας εμπειρίες όπου νιώσαμε κάποιο «σημάδι» ότι ένα δικό μας πρόσωπο ήταν δίπλα μας, .ίσως να μην είναι και τόσο σαχλό τελικά. Στο κάτω-κάτω, στην υπόθεση εκείνη υπήρχε ένα θύμα, ή μάλλον δύο θύματα, τα οποία χάθηκαν άδικα και έπρεπε να αποδοθεί δικαιοσύνη για τον χαμό τους. Γιατί λοιπόν να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο ότι με τον τρόπο της η κοπέλα έδωσε το παρόν στους ανθρώπους στα χέρια των οποίων ήταν η έκβαση της επίμαχης δίκης; 

Συνοψίζοντας τελικώς τόσο τους στίχους του τραγουδιού και το νόημα που περιέχουν, όσο και το παράδειγμα της υπόθεσης των Χριστουγέννων του 2002, φαίνεται πολύ πιθανό η βασική αρχή της φυσικής για το υλικό μας σύμπαν να ισχύει και για το πνευματικό σύμπαν. Η φυσική ορίζει ότι η ύλη δεν γεννάται ούτε καταστρέφεται, απλώς αλλάζει μορφή. Με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσε αυτό να ισχύει και για τον πνευματικό κόσμο. Θα μπορούσε δηλαδή να θεωρηθεί ότι και ο άνθρωπος ποτέ δεν χάνεται, απλώς ζει με διαφορετική μορφή και η παρουσία του συνεχίζει να υπάρχει στον κόσμο αυτό. Είναι και ένα πολύ όμορφο συναίσθημα, το να ξέρουμε ότι στην ουσία ποτέ δεν χάσαμε κανέναν δικό μας άνθρωπο και ότι όλοι είναι κάπου εκεί έξω.



Σμαράγδα Θεοδωρίδου

«Οι φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στο άρθρο δεν αποτελούν πνευματική μας ιδιοκτησία, πηγή: google.com».

Κυριακή, 21 Απριλίου 2019

Εκδίκηση και διεκδίκηση


Σήμερα έχουμε αφιέρωμα σε ένα τραγούδι το οποίο, ως όχι ιδιαίτερα γνωστό (έως σχεδόν άγνωστο), πιστεύω ότι αξίζει λίγη διαφήμιση ώστε να το μάθουν περισσότεροι. Το τραγούδι αυτό είναι από μια ταινία η οποία ανήκει στην κατηγορία ταινιών γνωστή ως SpaghettiWesterns, οι οποίες έκαναν την εμφάνισή τους στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Απέκτησαν αυτό το όνομα από Αμερικανούς κριτικούς οι οποίοι τις χαρακτήρισαν έτσι επειδή οι σκηνοθέτες ήταν Ιταλοί, ο πιο γνωστός εκ των οποίων ήταν ο Sergio Leone. Οι προηγούμενες γενιές ίσως να έχουν υπόψη τους αυτές τις ταινίες, όπως για παράδειγμα την ταινία “Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος”, η οποία αποτελεί κλασικό έργο με πρωταγωνιστή τον Clint Eastwood στα νιάτα του. 

Για να είμαι ειλικρινής, ενώ έχω δει μέχρι τώρα λίγες κλασικές ταινίες τύπου spaghetti western, την ταινία από όπου είναι και το επίμαχο τραγούδι δεν την έχω δει, απλώς διάβασα την περίληψή της κι έτυχε να ακούσω το τραγούδι από τον δίσκο της μουσικής όλων των σχετικών ταινιών που είχαν βγει τότε. Η ταινία λοιπόν λέγεται “Η Επιστροφή του Ρίνγκο” (“Iritorno di Ringo”) και αφορά την ιστορία ενός τύπου στις Η.Π.Α. που έφυγε να πολεμήσει στον Εμφύλιο Πόλεμο, κι όταν γύρισε βρήκε ότι το κτήμα του είχε καταληφθεί από μια συμμορία Μεξικάνων ληστών, κι επίσης ότι την αρραβωνιαστικιά του ετοιμαζόταν να παντρευτεί ο αρχηγός της συμμορίας. Δρώντας λοιπόν undercover, γίνεται μέλος της συμμορίας με σκοπό να τους διαλύσει εκ των έσω και να τους διώξει.

Το ομώνυμο τραγούδι της ταινίας, το οποίο έγραψε (όπως και όλη την μουσική από αυτές τις ταινίες) ο Έννιο Μορρικόνε, ουσιαστικά συνοψίζει την κεντρική υπόθεση, αλλά πέραν τούτου βγάζει και πολύ συναίσθημα, όπως αποδεικνύουν αφενός οι στίχοι αμέσως παρακάτω και αφετέρου όπως εκφράζεται από το ίδιο το τραγούδι, ο σύνδεσμος για το οποίο βρίσκεται στο τέλος του άρθρου αυτού:

“I kiss at last the beloved ground of my land, / Επιτέλους φιλώ το πολυαγαπημένο έδαφος τηςγης μου
That I left one day with my hard heart full of pain. / Που άφησα πίσω μου μια μέρα με τηνκαρδιά μου πέτρα και γεμάτη πόνο
I have looked in the faces of my old friends, / Κοίταξα στα μάτια τους παλιούς μου φίλους
But nobody looked at me as my old friends. / Όμως κανείς δεν με κοίταξε όπως οι παλιοί μουφίλοι
And now what happens you must, you must tell me. / Και τώρα το τι συμβαίνει πρέπειπρέπει ναμου το πεις εσύ
You must remember who I am. / Πρέπει ναθυμηθείς ποιος είμαι

If you see a man with downcast eyes and ragged clothes, / Αν δεις έναν άντρα με χαμηλωμένοβλέμμα και κουρελιασμένα ρούχα
Walking through your village, don't shun him but go beside. / Να περνάει από το χωριόμην τονπεριφρονήσεις αλλά πήγαινε δίπλα του
I'm that man and now I beg you, help me, I need you. / Εγώ είμαι αυτός ο άντρας και τώρα σεεκλιπαρώβοήθησέ μεσε χρειάζομαι
need you. / Σε χρειάζομαι. 

The liar who told my sweetheart that I was dead, / Ο ψεύτης που είπε στην αγαπούλα μου ότι ήμουν νεκρός, 
To take my placehe shall pay for this base lie. / Για να πάρει την θέση μου, θα πληρώσει για το ψέμα του. 
Those who saw me as a rundown man, / Όσοι με έβλεπαν απλώς ως έναν κατατρεγμένο, 
Those who tried to destroy all our world, / Όσοι προσπάθησαν να καταστρέψουν όλο τον κόσμο μας, 
Shall leave forever our beloved land, / Θα φύγουν για πάντα από την πολυαγαπημένη μας γη,
Because we are fearless men. / Επειδή είμαστε γενναίοι άντρες. 
Because we are fearless men. / Επειδή είμαστε γενναίοι άντρες.
Because we are fearless men. / Επειδή είμαστε γενναίοι άντρες.”. 

Θυμίζει λίγο Οδύσσεια η όλη ιστορία, οπότε το θέμα λίγο-πολύ μας είναι γνωστό. Ακούγοντας και το τραγούδι αλλά και το ύφος του ερμηνευτή, στην αρχή φαίνεται ότι βγάζει πόνο, την απελπισία ενός ανθρώπου που νόμιζε ότι επιστρέφει στο σπίτι του και τελικά επέστρεψε σε έναν άγνωστο τόπο όπου του είχαν αρπάξει ό,τιυπήρξε ποτέ δικό του, εντελώς μόνος και ανήμπορος, εκλιπαρώντας για βοήθεια. Μετά όμως βλέπουμε την αλλαγή, την αποφασιστικότητά του να διεκδικήσει την ζωή του και να τιμωρήσει αυτούς που του την στέρησαν. 

Αυτό είναι και το στοιχείο που με τράβηξε τόσο πολύ στο τραγούδι, η ξαφνική ανατροπή. Σκέφτηκα πόσο σωστή αλλά και λογική είναι αυτή η προσέγγιση. Όταν μας έρχεται μια στραβή, μικρή ή μεγάλη ή τερατώδης (όπως αυτή της ταινίας), είναι λογικό να πελαγώσουμε. Θα τρομάξουμε, θα πέσουμε, θα θρηνήσουμε. Μετά όμως; Μετά θα γίνει το κλικ μέσα μας, θα πάρουμε μια ανάσα, και θα συνεχίσουμε προς τα εμπρός. Όπως είχε πει και παίκτης γνωστής ελληνικής ποδοσφαιρικής ομάδας, “Επιτρέπεται να πέσεις, επιβάλλεται να σηκωθείς”. Βαδίζοντας λοιπόν σε τέτοια πορεία, στο τέλος τίποτα και κανείς δεν θα μπορέσει να σταθεί εμπόδιο στην ζωή μας. 



Σμαράγδα Θεοδωρίδου

«Οι φωτογραφίες που περιλαμβάνονται στο άρθρο δεν αποτελούν πνευματική μας ιδιοκτησία, πηγή: google.com».