Τα παιδιά δεν μεγαλώνουν μέσα στην τελειότητα. Μεγαλώνουν μέσα στη σχέση.
Πολλοί γονείς κουβαλούν, φανερά ή σιωπηλά, μια μεγάλη απαίτηση από τον εαυτό τους: να τα κάνουν όλα σωστά. Να έχουν υπομονή, να βρίσκουν πάντα τις κατάλληλες λέξεις, να μην υψώνουν τη φωνή, να καταλαβαίνουν τι χρειάζεται το παιδί τους και να είναι διαθέσιμοι, ήρεμοι και συναισθηματικά παρόντες. Πίσω από αυτή την προσπάθεια βρίσκεται συνήθως η αγάπη και η βαθιά επιθυμία να προσφέρουν στο παιδί τους το καλύτερο δυνατό. Όταν, όμως, η φροντίδα μετατρέπεται σε απαίτηση τελειότητας, η γονεϊκότητα μπορεί να αρχίσει να βιώνεται ως μια διαρκής δοκιμασία, στην οποία κάθε λάθος μοιάζει με προσωπική αποτυχία.
Η γονεϊκότητα, ωστόσο, δεν είναι άσκηση τελειότητας. Είναι μια ζωντανή ανθρώπινη σχέση και, όπως κάθε ουσιαστική σχέση, περιλαμβάνει στιγμές σύνδεσης και απομάκρυνσης, ηρεμίας και έντασης, κατανόησης και παρεξήγησης. Το παιδί δεν χρειάζεται έναν αλάνθαστο γονιό. Χρειάζεται μια σχέση μέσα στην οποία μπορεί να βιώνει ασφάλεια, φροντίδα και σταθερότητα, αλλά και να ανακαλύπτει ότι, όταν κάτι ανάμεσα σε εκείνο και τον γονιό δυσκολεύει, υπάρχει η δυνατότητα επιστροφής και επανασύνδεσης.
Ο «αρκετά καλός» γονιός
Στο έργο του Βρετανού παιδιάτρου και ψυχαναλυτή Donald Winnicott συναντάμε την ιδιαίτερα επιδραστική έννοια της «αρκετά καλής μητέρας» (good-enough mother), η οποία στη μεταγενέστερη συζήτηση γύρω από τη γονεϊκότητα διευρύνθηκε συχνά προς την ιδέα του «αρκετά καλού» γονιού. Η προσέγγιση αυτή απομακρύνει τη γονεϊκότητα από την προσδοκία μιας αδιάλειπτης και τέλειας ανταπόκρισης. Το παιδί δεν χρειάζεται έναν φροντιστή που προβλέπει και ικανοποιεί κάθε ανάγκη του χωρίς καμία αστοχία· χρειάζεται ένα περιβάλλον αρκετά ασφαλές, σταθερό και υποστηρικτικό, μέσα στο οποίο μπορεί σταδιακά να αναπτύσσεται και να αποκτά μεγαλύτερη αυτονομία.
Η οπτική αυτή μετατοπίζει και το βασικό ερώτημα που μπορεί να θέτει ένας γονιός στον εαυτό του. Αντί για το αγχωτικό «Κατάφερα να μην κάνω ποτέ λάθος;», ίσως έχει μεγαλύτερη αξία να αναρωτηθεί: «Όταν κάτι δυσκολεύει τη σχέση μας, μπορώ να επιστρέψω, να ακούσω, να αναλάβω την ευθύνη που μου αναλογεί και να προσπαθήσω να επανασυνδεθώ;» Η ποιότητα μιας σχέσης δεν κρίνεται από την απουσία κάθε δυσκολίας, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι διαχειρίζονται όσα συμβαίνουν ανάμεσά τους.
Η ασφάλεια χτίζεται μέσα από τη σχέση
Η θεωρία του δεσμού (attachment theory), η οποία συνδέεται θεμελιωδώς με το έργο του John Bowlby και την εμπειρική έρευνα της Mary Ainsworth, ανέδειξε τη σημασία της σχέσης του παιδιού με τους βασικούς φροντιστές του. Η αίσθηση ασφάλειας δεν προκύπτει από μία μεμονωμένη «τέλεια» γονεϊκή αντίδραση. Διαμορφώνεται μέσα από επαναλαμβανόμενες εμπειρίες κατά τις οποίες το παιδί συναντά έναν φροντιστή που είναι σε ικανοποιητικό βαθμό διαθέσιμος, ανταποκρινόμενος και προβλέψιμος.
Μέσα σε αυτή την καθημερινή σχέση, το παιδί διαμορφώνει σταδιακά προσδοκίες για τον εαυτό του και τους άλλους. Με απλά λόγια, μέσα από τις εμπειρίες του αρχίζει να παίρνει απαντήσεις σε ορισμένα θεμελιώδη ερωτήματα: Όταν φοβάμαι, υπάρχει κάποιος διαθέσιμος για μένα; Όταν στενοχωριέμαι, υπάρχει χώρος για αυτό που αισθάνομαι; Όταν χρειάζομαι βοήθεια, μπορώ να τη ζητήσω; Και όταν απομακρύνομαι για να εξερευνήσω τον κόσμο, υπάρχει ένα ασφαλές σημείο στο οποίο μπορώ να επιστρέψω;
Αυτή η αίσθηση ασφάλειας χτίζεται μέσα σε πολλές, φαινομενικά μικρές, καθημερινές στιγμές: στο βλέμμα του γονιού όταν το παιδί προσπαθεί να μιλήσει, στην αγκαλιά μετά από έναν φόβο, στην προσπάθεια κατανόησης όσων μπορεί να κρύβονται πίσω από ένα ξέσπασμα, αλλά και στο σταθερό όριο όταν το παιδί δυσκολεύεται να ρυθμίσει τη συμπεριφορά του. Μερικές φορές η σύνδεση βρίσκεται σε δύο μόνο λέξεις: «Σε ακούω».
Όταν ο γονιός χάσει την υπομονή του
Υπάρχουν, βέβαια, και οι δύσκολες στιγμές. Ο γονιός είναι άνθρωπος: κουράζεται, αγχώνεται, θυμώνει, απογοητεύεται και κάποιες φορές αντιδρά διαφορετικά από τον τρόπο που θα επιθυμούσε. Μπορεί να υψώσει τη φωνή του, να βιαστεί να βγάλει ένα συμπέρασμα ή να μην αντιληφθεί έγκαιρα αυτό που προσπαθεί να επικοινωνήσει το παιδί. Το γεγονός ότι τέτοιες στιγμές είναι ανθρώπινες δεν σημαίνει ότι είναι αδιάφορες· ο τρόπος με τον οποίο μιλάμε και συμπεριφερόμαστε στα παιδιά έχει σημασία. Δεν σημαίνει, όμως, ούτε ότι κάθε λάθος ακυρώνει όσα έχουν χτιστεί μέσα στη σχέση.
Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η επανόρθωση. Ένας γονιός μπορεί να επιστρέψει μετά από μια δύσκολη στιγμή και να πει: «Πριν σου μίλησα απότομα. Ήμουν θυμωμένος, αλλά δεν ήταν σωστό να σου μιλήσω έτσι. Λυπάμαι». Μπορεί επίσης να αναγνωρίσει ότι δεν κατάλαβε το παιδί και να του δώσει μια νέα ευκαιρία να εκφραστεί: «Νομίζω ότι πριν δεν κατάλαβα αυτό που προσπαθούσες να μου πεις. Θέλεις να προσπαθήσουμε ξανά;»
Η συγγνώμη και η ανάληψη ευθύνης δεν χρειάζεται να υπονομεύουν τον γονεϊκό ρόλο. Αντίθετα, μπορούν να προσφέρουν στο παιδί ένα σημαντικό σχεσιακό παράδειγμα: ότι οι άνθρωποι κάνουν λάθη και μπορούν να τα αναγνωρίζουν, ότι μια σύγκρουση δεν συνεπάγεται απαραίτητα το τέλος μιας σχέσης και ότι μετά από μια ρήξη μπορεί να υπάρξει προσπάθεια επανασύνδεσης. Με αυτόν τον τρόπο, η ίδια η σχέση γίνεται χώρος μέσα στον οποίο το παιδί γνωρίζει όχι μόνο τη σύνδεση, αλλά και τη δυνατότητα αποκατάστασής της όταν αυτή διαταράσσεται.
Αποδοχή δεν σημαίνει απουσία ορίων
Η έμφαση στη σύνδεση δεν σημαίνει ότι ο γονιός χρειάζεται να αποδέχεται κάθε συμπεριφορά. Είναι σημαντικό να διαχωρίζουμε την αποδοχή του συναισθήματος από την αποδοχή της πράξης. Ένα παιδί έχει δικαίωμα να θυμώνει, να απογοητεύεται ή να ζηλεύει. Το συναίσθημά του μπορεί να αναγνωριστεί χωρίς αυτό να σημαίνει ότι επιτρέπεται να χτυπά, να καταστρέφει ή να βλάπτει τον εαυτό του ή τους άλλους.
Ένας γονιός μπορεί, για παράδειγμα, να πει: «Καταλαβαίνω ότι είσαι πολύ θυμωμένος. Είμαι εδώ μαζί σου, αλλά δεν θα σε αφήσω να χτυπήσεις». Σε αυτή τη φράση συνυπάρχουν η σύνδεση και το όριο. Το συναίσθημα έχει χώρο, ενώ η συμπεριφορά έχει όρια. Έτσι, το παιδί δεν χρειάζεται να πάρει το μήνυμα ότι για να είναι αποδεκτό πρέπει να απαλλαγεί από τον θυμό, τον φόβο, τη ζήλια ή την απογοήτευση. Μπορεί, αντίθετα, να μαθαίνει σταδιακά ότι τα δύσκολα συναισθήματα αποτελούν μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας και ότι μπορούν να αναγνωρίζονται και να εκφράζονται με ασφαλέστερους τρόπους.
Τι έχει πραγματικά σημασία;
Στην καθημερινότητα της οικογένειας είναι εύκολο ο γονιός να εγκλωβιστεί στα μικρά και άμεσα: αν ακολουθήθηκε το πρόγραμμα, αν είπε την κατάλληλη φράση, αν αντέδρασε όπως «θα έπρεπε» ή αν κατάφερε να διατηρήσει την ψυχραιμία του σε κάθε δύσκολη στιγμή. Όμως η σχέση γονέα και παιδιού είναι πολύ μεγαλύτερη από μία μεμονωμένη αντίδραση ή μία δύσκολη ημέρα. Διαμορφώνεται μέσα από το σύνολο των επαναλαμβανόμενων εμπειριών που μοιράζονται.
Ίσως, λοιπόν, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η συνολική εμπειρία μιας σχέσης μέσα στην οποία το παιδί αισθάνεται: «Με βλέπουν. Με ακούνε. Τα συναισθήματά μου έχουν χώρο. Υπάρχουν όρια που με προστατεύουν. Και όταν κάτι ανάμεσά μας δυσκολεύει, μπορούμε να προσπαθήσουμε να ξαναβρούμε ο ένας τον άλλον».
Μια τέτοια προσέγγιση μπορεί να είναι απελευθερωτική και για τον ίδιο τον γονιό. Δεν του ζητά να εγκαταλείψει την προσπάθεια να γίνεται καλύτερος ούτε να θεωρεί τα λάθη του ασήμαντα. Τον προσκαλεί, όμως, να εγκαταλείψει την ανέφικτη απαίτηση της τελειότητας και να στρέψει την προσοχή του σε κάτι πιο ουσιαστικό: στη σχέση που χτίζει καθημερινά με το παιδί του.
Γιατί τα παιδιά δεν χρειάζονται την τελειότητά μας. Χρειάζονται την παρουσία μας, τη φροντίδα μας, τα όριά μας, την προσπάθειά μας να τα κατανοήσουμε και την ικανότητά μας να επιστρέφουμε στη σχέση όταν τα πράγματα δεν πηγαίνουν όπως θα θέλαμε.
Τα παιδιά δεν μεγαλώνουν μέσα στην τελειότητα. Μεγαλώνουν μέσα στη σχέση.
---
✒️ Κωνσταντίνος Μπαλντίδης
Κοινωνικός Ανθρωπολόγος | Εκπαιδευτικός | Εκπαιδευόμενος Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας
Σύντομη βιβλιογραφία
Ainsworth, M. D. S., Blehar, M. C., Waters, E., & Wall, S. (1978). Patterns of Attachment: A Psychological Study of the Strange Situation. Lawrence Erlbaum Associates.
Bowlby, J. (1988). A Secure Base: Parent-Child Attachment and Healthy Human Development. Routledge.
Siegel, D. J., & Bryson, T. P. (2020). The Power of Showing Up: How Parental Presence Shapes Who Our Kids Become and How Their Brains Get Wired. Ballantine Books.
Winnicott, D. W. (1965). The Maturational Processes and the Facilitating Environment: Studies in the Theory of Emotional Development. Hogarth Press.


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου
Παρακαλούμε, πριν δημοσιεύσετε το σχόλιό σας, έχετε υπόψιν σας τα ακόλουθα:
•Δεν επιτρέπονται τα «greeklish» (ελληνικά με λατινικούς χαρακτήρες) και η γραφή με κεφαλαία (Caps) .
• Κάθε γνώμη είναι σεβαστή, αρκεί να αποφεύγονται ύβρεις, ειρωνείες, ασυνάρτητος λόγος και προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, πολύ περισσότερο σε προσωπικό επίπεδο, εναντίον των συνομιλητών ή και των συγγραφέων, με υποτιμητικές προσφωνήσεις, ύβρεις, υπονοούμενα, απειλές, ή χυδαιολογίες.
•Μην δημοσιεύετε άσχετα, με το θέμα, σχόλια.
•Ο κάθε σχολιαστής οφείλει να διατηρεί ένα μόνο όνομα ή ψευδώνυμο, το οποίο αποτελεί και την ταυτότητά του σε κάθε συζήτηση.
Με βάση τα παραπάνω η διαχείριση διατηρεί το δικαίωμα μη δημοσίευσης σχολίων χωρίς καμία άλλη προειδοποίηση.
Προσοχή: 1. Η σελίδα λειτουργεί σε εθελοντική βάση. Τα σχόλια δημοσιεύονται το συντομότερο δυνατόν, μόλις αυτό καταστεί εφικτό.
2. Όσοι και όσες απευθύνονται στη διαχείρηση με απορίες και ερωτήσεις είναι απαραίτητο να αναγράφουν και το e-mail τους για τη δυνατότητα απάντησης.
Ευχαριστούμε εκ των προτέρων για την βοήθεια σας!