«Μην κάνεις αυτό που κάνω. Κάνε αυτό που σου λέω»: Τα παιδιά δεν μαθαίνουν μόνο από τους κανόνες μας, αλλά και από το παράδειγμά μας


«Μη μιλάς έτσι», «δεν χτυπάμε», «μη βρίζεις», «άσε επιτέλους το κινητό», «το κάπνισμα κάνει κακό». Φράσεις γνώριμες σχεδόν σε κάθε οικογένεια. Η ανατροφή ενός παιδιού περιλαμβάνει αναπόφευκτα κανόνες και όρια. Οι γονείς προσπαθούν να του διδάξουν τι είναι σωστό και τι λάθος, πώς συμπεριφερόμαστε στους άλλους, ποιες συνήθειες είναι καλές για εμάς και ποιες μπορεί να μας βλάψουν.

Υπάρχει όμως ένα σημείο στο οποίο ο κανόνας συναντά κάτι πολύ ισχυρότερο: το παράδειγμα του ίδιου του γονιού. Τι συμβαίνει όταν λέμε στο παιδί «μη βρίζεις», αλλά μας ακούει να βρίζουμε τον οδηγό που μας έκλεισε στον δρόμο; Όταν του ζητάμε να αφήσει το κινητό στο τραπέζι, ενώ το δικό μας βρίσκεται συνεχώς δίπλα στο πιάτο; Όταν του εξηγούμε ότι το κάπνισμα κάνει κακό, αλλά μας βλέπει καθημερινά να καπνίζουμε; Ή όταν του λέμε ότι οι διαφωνίες λύνονται με συζήτηση, ενώ εκείνο μας παρακολουθεί να φωνάζουμε και να προσβάλλουμε;

Σε αυτές τις περιπτώσεις το παιδί δεν λαμβάνει ένα μήνυμα, αλλά δύο. Από τη μία ακούει τον κανόνα και από την άλλη παρατηρεί την πραγματικότητα. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της γονεϊκότητας: τα παιδιά δεν μαθαίνουν μόνο όταν αποφασίζουμε εμείς να τα διδάξουμε. Μαθαίνουν και όταν απλώς μας παρατηρούν να ζούμε.

Τα παιδιά μαθαίνουν παρατηρώντας

Η ιδέα ότι τα παιδιά μαθαίνουν παρατηρώντας τη συμπεριφορά των άλλων δεν είναι απλώς μια καθημερινή διαπίστωση. Αποτελεί εδώ και δεκαετίες σημαντικό κομμάτι της αναπτυξιακής ψυχολογίας. Ήδη από τις κλασικές έρευνες κοινωνικής μάθησης είχε φανεί ότι τα παιδιά μπορούν να αναπαράγουν συμπεριφορές που έχουν προηγουμένως παρατηρήσει σε ενήλικα πρότυπα (Bandura et al., 1961).

Η σύγχρονη έρευνα έχει δώσει πολύ μεγαλύτερο βάθος σε αυτή την εικόνα. Η μίμηση δεν είναι απλώς μια μηχανική αντιγραφή κινήσεων ή λέξεων. Μέσα από την παρατήρηση των άλλων, τα παιδιά αποκτούν πληροφορίες για το πώς συμπεριφερόμαστε, πώς σχετιζόμαστε και τι θεωρείται φυσιολογικό μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουν (Over, 2020).

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι ένα παιδί θα αντιγράψει οπωσδήποτε κάθε συμπεριφορά των γονιών του. Η ανάπτυξή του επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: την ιδιοσυγκρασία του, τους συνομηλίκους, το σχολείο, τις εμπειρίες του, το ευρύτερο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον. Οι γονείς, όμως, αποτελούν σημαντικά καθημερινά πρότυπα, ιδιαίτερα επειδή η συμπεριφορά τους επαναλαμβάνεται μέσα σε μια σχέση με μεγάλη συναισθηματική σημασία για το παιδί.

Έτσι, ένα παιδί δεν προσπαθεί μόνο να καταλάβει «τι μου λένε ότι είναι σωστό». Παρατηρεί ταυτόχρονα «τι κάνουν στην πραγματικότητα οι άνθρωποι που με μεγαλώνουν».

Όταν ο κανόνας λέει ένα πράγμα και το παράδειγμα ένα άλλο

Ένας γονιός μπορεί να θεωρεί απαράδεκτο να βρίζει το παιδί του και να το διορθώνει κάθε φορά που χρησιμοποιεί μια άσχημη λέξη. Αν όμως ο ίδιος χρησιμοποιεί συστηματικά βωμολοχίες όταν θυμώνει, το παιδί βρίσκεται μπροστά σε μια αντίφαση. Ο επίσημος κανόνας είναι «δεν βρίζουμε», αλλά η καθημερινότητα μπορεί να του δείχνει ότι οι βρισιές τελικά επιτρέπονται όταν κάποιος είναι πολύ θυμωμένος, όταν οδηγεί ή ίσως όταν είναι ενήλικος.

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τον θυμό και τις συγκρούσεις. Έχει σημασία να εξηγούμε στα παιδιά ότι δεν χτυπάμε, δεν προσβάλλουμε και δεν ταπεινώνουμε τους άλλους. Έχει όμως εξίσου σημασία τι βλέπουν όταν εμείς θυμώνουμε. Αν ένα παιδί ακούει διαρκώς ότι πρέπει να ελέγχει τον θυμό του, αλλά βλέπει τους σημαντικούς ενήλικες γύρω του να φωνάζουν, να απειλούν ή να προσβάλλουν όταν εκνευρίζονται, ο κανόνας γίνεται πολύ πιο δύσκολο να αποκτήσει πραγματικό νόημα.

Οι κλασικές μελέτες κοινωνικής μάθησης έδειξαν ακριβώς πόσο σημαντική μπορεί να είναι η παρατήρηση ενός ενήλικου προτύπου στην εκδήλωση επιθετικών συμπεριφορών από τα παιδιά (Bandura et al., 1961). Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα παιδί που θα δει έναν γονιό να χάνει την ψυχραιμία του θα γίνει επιθετικό. Μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν υπερβολική. Μας υπενθυμίζει όμως ότι ο τρόπος με τον οποίο εμείς διαχειριζόμαστε τον θυμό αποτελεί και αυτός ένα μήνυμα προς το παιδί.

«Άσε το κινητό» — αλλά τι βλέπει το παιδί;

Ίσως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σύγχρονα παραδείγματα αυτής της αντίφασης βρίσκεται στη σχέση μας με τις οθόνες. Πολλοί γονείς ανησυχούν για τον χρόνο που περνούν τα παιδιά στο κινητό ή στο tablet. Βάζουν χρονικά όρια, απαγορεύουν τις οθόνες στο φαγητό και προσπαθούν να τα ενθαρρύνουν να παίξουν, να διαβάσουν ή να ασχοληθούν με κάτι διαφορετικό.

Το παιδί, όμως, παρατηρεί και τη δική μας σχέση με την τεχνολογία. Βλέπει πόσο συχνά κοιτάζουμε μια ειδοποίηση ενώ μας μιλάει, αν το κινητό βρίσκεται συνεχώς στο τραπέζι, αν το πρώτο πράγμα που κάνουμε το πρωί είναι να ανοίξουμε την οθόνη ή αν ένα μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου μας περνά με το τηλέφωνο στο χέρι.

Και εδώ η ερευνητική βιβλιογραφία δείχνει ότι η συμπεριφορά των γονιών γύρω από τις οθόνες έχει σημασία. Μελέτες και ανασκοπήσεις έχουν συνδέσει τη μεγαλύτερη γονεϊκή χρήση οθονών και τη χρήση τους παρουσία των παιδιών με περισσότερο χρόνο οθόνης στα ίδια τα παιδιά και με άλλες πλευρές της οικογενειακής αλληλεπίδρασης και ανάπτυξης. Όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες έρευνες, οι συσχετίσεις αυτές δεν σημαίνουν ότι κάθε χρήση κινητού από έναν γονιό προκαλεί ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα στο παιδί και χρειάζεται προσοχή στις αιτιώδεις ερμηνείες (Mallawaarachchi et al., 2025).

Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να ενοχοποιήσουμε την τεχνολογία ούτε να προσποιηθούμε ότι ένας σύγχρονος ενήλικος μπορεί να ζήσει χωρίς κινητό. Το χρησιμοποιούμε για εργασία, επικοινωνία, ενημέρωση και πολλές πρακτικές ανάγκες. Χρειάζεται όμως να θυμόμαστε ότι το παιδί δεν γνωρίζει πάντοτε αν απαντάμε σε ένα σημαντικό επαγγελματικό μήνυμα ή απλώς κοιτάζουμε ακόμη ένα βίντεο. Αυτό που βλέπει είναι πόσο χώρο καταλαμβάνει η οθόνη στην καθημερινότητά μας. Γι' αυτό το «άσε λίγο το κινητό» αποκτά διαφορετική βαρύτητα όταν το παιδί βλέπει ότι μπορούμε να αφήσουμε και εμείς το δικό μας.

Όταν ο γονιός καπνίζει αλλά δεν θέλει να καπνίσει το παιδί του

Το κάπνισμα είναι ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα, αλλά χρειάζεται να το προσεγγίσουμε χωρίς εύκολες κατηγορίες. Ένας γονιός που καπνίζει μπορεί να γνωρίζει πολύ καλά τους κινδύνους και να επιθυμεί ειλικρινά το παιδί του να μην καπνίσει ποτέ. Η εξάρτηση από τη νικοτίνη δεν εξαφανίζεται επειδή κάποιος έγινε γονιός και το γεγονός ότι δυσκολεύεται ο ίδιος να σταματήσει μια επιβλαβή συνήθεια δεν σημαίνει ότι είναι υποκριτικό το ενδιαφέρον του για το παιδί του.

Παράλληλα, όμως, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε ότι η συμπεριφορά του γονιού αποτελεί μέρος του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο το παιδί σχηματίζει αντιλήψεις για το κάπνισμα. Η σχετική βιβλιογραφία έχει εξετάσει τόσο τη γονεϊκή συμπεριφορά όσο και τη σημασία των σαφών οικογενειακών κανόνων και της επικοινωνίας γύρω από το κάπνισμα στην πιθανότητα ένα παιδί ή ένας έφηβος να ξεκινήσει αργότερα να καπνίζει (Hiemstra et al., 2017).

Εδώ όμως βρίσκεται και κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: το γεγονός ότι ένας γονιός δεν καταφέρνει πάντοτε να αποτελεί το παράδειγμα που θα ήθελε δεν ακυρώνει όσα μπορεί να διδάξει στο παιδί του. Μπορεί, αντίθετα, να χρησιμοποιήσει την ίδια του τη δυσκολία ως αφορμή για ειλικρινή επικοινωνία. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «εγώ καπνίζω, αλλά εσύ απαγορεύεται» και στο «καπνίζω, ξέρω ότι μου κάνει κακό, θα ήθελα να μην είχα ξεκινήσει και δυσκολεύομαι να το σταματήσω». Στη δεύτερη περίπτωση, ο γονιός δεν προσποιείται ότι η αντίφαση δεν υπάρχει. Την αναγνωρίζει και αναλαμβάνει την ευθύνη της.

Δεν χρειάζονται τέλειους γονείς

Εδώ είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο. Η συζήτηση για το γονεϊκό παράδειγμα μπορεί πολύ εύκολα να μετατραπεί σε έναν ακόμη κατάλογο με όλα όσα οι γονείς κάνουν λάθος. Αυτό δεν θα ήταν ούτε δίκαιο ούτε ιδιαίτερα χρήσιμο.

Κανένα παιδί δεν μεγαλώνει με έναν άνθρωπο που συμπεριφέρεται υποδειγματικά κάθε στιγμή. Οι γονείς θυμώνουν, κουράζονται, χάνουν την υπομονή τους, χρησιμοποιούν περισσότερο το κινητό απ' όσο θα ήθελαν, λένε κάποια στιγμή μια άσχημη κουβέντα ή έχουν συνήθειες που γνωρίζουν ότι δεν τους κάνουν καλό. Το να αποτελείς πρότυπο για ένα παιδί δεν σημαίνει ότι πρέπει να μετατραπείς σε έναν αλάνθαστο άνθρωπο.

Σημαίνει, όμως, ότι χρειάζεται να βλέπεις και τον εαυτό σου μέσα στους κανόνες που θέτεις. Αν απαιτούμε από ένα παιδί να ζητά συγγνώμη όταν κάνει λάθος, έχει σημασία να μας ακούσει και εμάς να λέμε «σου μίλησα άσχημα και δεν ήταν σωστό». Αν του ζητάμε να αφήνει το κινητό στο τραπέζι, χρειάζεται να μπορεί να δει ότι είμαστε διατεθειμένοι να αφήσουμε και το δικό μας. Και αν του εξηγούμε ότι οι διαφωνίες δεν λύνονται με φωνές και προσβολές, ο ίδιος κανόνας χρειάζεται, όσο μπορούμε, να αφορά και τον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόμαστε τις δικές μας συγκρούσεις.

Ακόμη και η στιγμή κατά την οποία ο γονιός αναγνωρίζει ότι δεν εφάρμοσε ο ίδιος όσα ζητά από το παιδί μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό παράδειγμα. Το παιδί βλέπει τότε ότι το λάθος δεν χρειάζεται ούτε να κρυφτεί ούτε να δικαιολογηθεί. Μπορεί να αναγνωριστεί, να διορθωθεί και, όταν χρειάζεται, να συνοδευτεί από μια συγγνώμη.

«Αφού το κάνεις εσύ, γιατί να μην το κάνω κι εγώ;»

Αργά ή γρήγορα, πολλά παιδιά θα κάνουν αυτή την ερώτηση. Και η εύκολη απάντηση είναι «επειδή εγώ είμαι μεγάλος». Υπάρχουν ασφαλώς πράγματα που επιτρέπονται στους ενήλικες και όχι στα παιδιά. Η ηλικία δημιουργεί διαφορετικά δικαιώματα, διαφορετικές ευθύνες και διαφορετικά όρια.

Όταν όμως μιλάμε για συμπεριφορές που παρουσιάζουμε στα παιδιά ως αξίες —τον σεβασμό, τον αυτοέλεγχο, την ευγένεια, την υπεύθυνη χρήση της τεχνολογίας ή τη διαχείριση του θυμού— το «εγώ είμαι μεγάλος» δεν λύνει πραγματικά την αντίφαση. Μερικές φορές μια πιο ειλικρινής απάντηση μπορεί να είναι: «Έχεις δίκιο ότι κι εγώ το κάνω κάποιες φορές. Δεν είναι σωστό και προσπαθώ να το αλλάξω».

Μια τέτοια απάντηση δεν αφαιρεί από τον γονιό τον ρόλο του ούτε καταργεί το όριο που έχει θέσει. Αντίθετα, μπορεί να διδάξει κάτι ακόμη πιο ουσιαστικό: ότι οι άνθρωποι δεν χρειάζεται να είναι τέλειοι για να έχουν αρχές, αλλά χρειάζεται να μπορούν να αναγνωρίζουν τις αντιφάσεις τους και να προσπαθούν να γίνονται συνεπέστεροι με όσα οι ίδιοι θεωρούν σωστά.

Τα παιδιά ακούν, αλλά και παρατηρούν

Οι κανόνες παραμένουν απαραίτητοι. Τα παιδιά χρειάζονται όρια, εξηγήσεις και γονείς που μπορούν να πουν «όχι». Το γεγονός ότι μαθαίνουν παρατηρώντας δεν σημαίνει ότι οι συμβουλές και η καθοδήγηση δεν έχουν αξία. Σημαίνει ότι τα λόγια αποκτούν μεγαλύτερη δύναμη όταν βρίσκουν κάποια αντιστοιχία στην καθημερινή συμπεριφορά των ενηλίκων.

Ίσως γι' αυτό η διαπαιδαγώγηση δεν αρχίζει μόνο όταν καθόμαστε απέναντι από ένα παιδί για να του εξηγήσουμε κάτι. Συμβαίνει και όταν οδηγούμε και κάποιος μας εκνευρίζει, όταν διαφωνούμε με τον σύντροφό μας, όταν μιλάμε για έναν άνθρωπο που δεν βρίσκεται μπροστά μας, όταν χτυπά μια ειδοποίηση στο κινητό την ώρα του φαγητού ή όταν συνειδητοποιούμε ότι κάναμε λάθος και επιλέγουμε να ζητήσουμε συγγνώμη.

Τα παιδιά δεν χρειάζονται γονείς χωρίς αδυναμίες. Χρειάζονται ενήλικες που αντιλαμβάνονται ότι και η δική τους συμπεριφορά είναι μέρος της ανατροφής. Γιατί τελικά ένα παιδί δεν μαθαίνει μόνο από αυτά που του λέμε ότι πρέπει να γίνει. Μαθαίνει και από όσα μας βλέπει καθημερινά να είμαστε.

Κωνσταντίνος Μπαλντίδης 

Κοινωνικός Ανθρωπολόγος | Εκπαιδευτικός  | Εκπαιδευόμενος Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας 

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Bandura, A., Ross, D., & Ross, S. A. (1961). Transmission of aggression through imitation of aggressive models. Journal of Abnormal and Social Psychology, 63, 575–582. DOI: 10.1037/h0045925.

Over, H. (2020). The Social Function of Imitation in Development. Annual Review of Developmental Psychology, 2, 93–109. DOI: 10.1146/annurev-devpsych-033020-024051.

Hiemstra, M., de Leeuw, R. N. H., Engels, R. C. M. E., & Otten, R. (2017). What parents can do to keep their children from smoking: A systematic review on smoking-specific parenting strategies and smoking onset. Addictive Behaviors, 70, 107–128. DOI: 10.1016/j.addbeh.2017.02.003.

Mallawaarachchi, S. R., et al. (2025). Parental Technology Use in a Child's Presence and Health and Development in the Early Years: A Systematic Review and Meta-Analysis. JAMA Pediatrics. DOI: 10.1001/jamapediatrics.2025.0682.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις